Μετάβαση στο περιεχόμενο

Βανάκος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Βανάκος οι Βανάκοι
      γενική του Βανάκου των Βανάκων
    αιτιατική τον Βανάκο τους Βανάκους
     κλητική Βανάκο Βανάκοι
Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Δημητράκος (κλίση: υπνάκος)» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Βανάκος < + -άκος  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Βανάκος αρσενικό

Μεταγραφές

[επεξεργασία]