Μετάβαση στο περιεχόμενο

Βατώντας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Βατώντας οι Βατώντες
      γενική του Βατώντα των Βατώντων
    αιτιατική τον Βατώντα τους Βατώντες
     κλητική Βατώντα Βατώντες
Συνήθως στον ενικό
Κατηγορία όπως «αγώνας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Βατώντας < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /vaˈton.das/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Βατώντας

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Βατώντας αρσενικό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ΦΕΚ 179Α, 5 Ιουλίου 1933