Βατώντας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | Βατώντας | οι | Βατώντες |
| γενική | του | Βατώντα | των | Βατώντων |
| αιτιατική | τον | Βατώντα | τους | Βατώντες |
| κλητική | Βατώντα | Βατώντες | ||
| Συνήθως στον ενικό | ||||
| Κατηγορία όπως «αγώνας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Βατώντας < → λείπει η ετυμολογία
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /vaˈton.das/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Βα‐τώ‐ντας
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Βατώντας αρσενικό
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αγώνας' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Κύρια ονόματα (νέα ελληνικά)
- Οικισμοί της Εύβοιας (νέα ελληνικά)
- Οικισμοί (νέα ελληνικά)
- Τοπωνύμια της Εύβοιας (νέα ελληνικά)
- Τοπωνύμια (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)