Βαϊκάλη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η Βαϊκάλα
      γενική της Βαϊκάλας
    αιτιατική τη Βαϊκάλα
     κλητική Βαϊκάλα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Βαϊκάλη < ρωσική Байкал < τουρκική bol + göl

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Βαϊκάλη θηλυκό

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]