Βενεδίκη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Βενεδίκη < γενική ενικού του αρσενικού Βενεδίκης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Βενεδίκη θηλυκό (αρσενικό Βενεδίκης)
Βενεδίκη θηλυκό (αρσενικό Βενεδίκης)