Βερεγγάριος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | Βερεγγάριος | οι | Βερεγγάριοι & Βερεγγαραίοι2 |
| γενική | του | Βερεγγάριου & Βερεγγαρίου1 |
των | Βερεγγάριων & Βερεγγαραίων |
| αιτιατική | τον | Βερεγγάριο | τους | Βερεγγάριους & Βερεγγαραίους |
| κλητική | Βερεγγάριε | Βερεγγάριοι & Βερεγγαραίοι | ||
| 1. Λόγια κατάληξη γενικής, απ' όπου το θηλυκό επώνυμο. 2. Οι δεύτεροι τύποι, προφορικοί, οικείοι. | ||||
| Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Σακελλάριος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Βερεγγάριος < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Βερεγγάριος αρσενικό