Βικιλεξικό:Ζητούμενα άρθρα/2020

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βικιλεξικό > Σελίδες συζήτησης > Ζητούμενα άρθρα

Βικιλεξικό:Ζητούμενα άρθρα
Αρχείο συζητήσεων

Vista-file-manager.png
2006-2009
2010-2013
201420152016
201720182019
2020


Εδώ, ζητήστε μια πληροφορία σχετική με μια λέξη ή έκφραση: ετυμολογία, παραδείγματα, κλπ.

Για γενικές ή τεχνικές ερωτήσεις, απευθυνθείτε στη Βικιδημία.
Παρακαλούνται οι συντάκτες, να δημιουργούν λήμματα για τις λέξεις που συζητήθηκαν αν βρέθηκαν πηγές και πληροφορίες γι' αυτές.
Στην παρούσα σελίδα, σε λέξεις που συζητήθηκαν και βρέθηκαν πηγές και πληροφορίες γι' αυτές, καλό είναι να μπαίνει σύνδεσμος ([[υπαρκτή_λέξη]]),
ενώ λέξεις που απορρίφθηκαν να μένουν χωρίς σύνδεσμο και με ένδειξη διαγραφής (<del>ανύπαρκτη_λέξη</del>).


φούμα[επεξεργασία]

και φούμα φούμα τα... τί σημαίνει;--Costaud (συζήτηση) 23:42, 31 Δεκεμβρίου 2019 (UTC)

Βλ. φούμα. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 13:48, 5 Ιανουαρίου 2020 (UTC)

ηπειροθεσσαλία -> Ηπειροθεσσαλία[επεξεργασία]

υπάρχει; --Costaud (συζήτηση) 22:44, 4 Ιανουαρίου 2020 (UTC)

Ναι, αλλά με κεφαλαίο αρχικό, Ηπειροθεσσαλία (είναι γεωγραφικός όρος, απαρχαιωμένος/παρωχημένος). Η χρήση του ήταν κυρίως τον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ού, όταν ετίθετο το ζήτημα της εδαφικής ανάπτυξης του ελληνικού κράτους προς την Ήπειρο και τη Θεσσαλία. Στα τέλη του 19ου αιώνα λειτούργησε και η w:Τράπεζα Ηπειροθεσσαλίας. Σημειωτέον ότι η Άρτα ενσωματώθηκε στην Ελλάδα μαζί με τη Θεσσαλία, το 1881, ενώ η υπόλοιπη (σημερινή ελληνική) Ήπειρος κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, οπότε η Άρτα και η Θεσσαλία ήταν "Ηπειροθεσσαλία". ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 13:53, 5 Ιανουαρίου 2020 (UTC)
Ευχαριστώ, κύριε Χαλκ--Costaud (συζήτηση) 10:27, 27 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)

χαίνουσα < χαίνω[επεξεργασία]

το έχω ακούσει ως χαίνουσα πληγή. Από πού βγαίνει;--Costaud (συζήτηση) 14:59, 6 Ιανουαρίου 2020 (UTC)

Θηλυκό μετοχής ενεστώτα τού χαίνω. Dr Moshe (συζήτηση)

ευχαριστώ πολύ Δόκτωρ Μος--Costaud (συζήτηση) 12:39, 27 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)

*λύκη[επεξεργασία]

Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ριζική λέξη, ρίζα για λυκόφως, λυκαυγές, λυκάβας, αμφιλύκη, Λυκαβηττός, λύγδος (και άλλες). Καταθέτω πηγές και ζητώ κάποιον γνωστικότερο και τολμηρότερο από εμένα να φτιάξει το λήμμα.

  • πρώτο ερώτημα: πως στο καλό φτιάχνουμε μια τέτοια μη-λέξη, μια ρίζα; Ως κανονικό λήμμα; Στα εδώ λήμματα, ο Lou, νομίζω, το γράφει *λύκη, αλλά το "*" είναι ιδιαίτερα ακατάλληλος χαρακτήρας

καταθέτω μερικές πηγές

  • [1]
  • Ἦμος δ’ οὔτ’ ἄρ πω ἠώς, ἔτι δ’ ἀμφιλύκη νύξ (Ιλιάς, Η, 433)
  • Ερρίκος Στέφανος, πηγή πολύτιμη, το έχει ως λήμμα κανονικό (θέλει και λίγα λατινικούλια για να την εκμεταλλευτούμε πλήρως και όχι επιδερμικά)
  • [2] ως λήμμα και εδώ

--FocalPoint (συζήτηση) 16:00, 6 Ιανουαρίου 2020 (UTC)

Το φτιάχνω, άλλωστε το έχουν και οι Γάλλοι : fr:λύκη και κάντε το όπως νομίζετε καλύτερα. --FocalPoint (συζήτηση) 16:07, 6 Ιανουαρίου 2020 (UTC)


Από όσο γνωρίζω η σύνδεση του "Λυκαβηττού" με το "λύκη" είναι παρετυμολογία. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 11:13, 10 Ιανουαρίου 2020 (UTC)

Αυτό είναι, που λέμε, ουάου ☏ FocalPoint. Κάνατε σπουδαία δουλειά. Ο αστερίσκος είναι standard για αμάρτυρους τύπους. (Ναι, ο Λυκαβηττός (en) είναι προελληνικός ως φαίνεται.) Τα συγγενή είναι πολλά: π.χ. δείτε en:Reconstruction:Proto-Indo-European/lewk-. Το ΒΛεξικό δεν μπορεί ακόμη να προχωρήσει σε τέτοια λήμματα, αλλά μπορούμε να έχουμε σύνδεσμο. Κάποιο φορμάρισμα ίσως για τους κωδικούς γλωσσών, και για τις παραπομπές? Επιτρέπετε? sarri.greek (συζήτηση) 11:57, 10 Ιανουαρίου 2020 (UTC)

καρα-ουάου, έγινε τώρα και ωραίο! --FocalPoint (συζήτηση) 19:33, 10 Ιανουαρίου 2020 (UTC)

definite singular[επεξεργασία]

Μήπως γνωρίζετε τη μετάφραση του definite singular ;

Θέλω να φτιάξω τη λέξη klimatet (προς τιμήν της Greta Thunberg - ένα μικρό δωράκι στον σκοπό που εξυπηρετεί, με αφορμή τα γενέθλιά της), που είναι μορφή της λέξης κλίμα klimat και συγκεκριμένα en:klimatet: definite singular.

Έφτιαξα ήδη το skolstrejk. Μένει το för και το klimatet.

--FocalPoint (συζήτηση) 08:10, 10 Ιανουαρίου 2020 (UTC)


  • definite [στα σουηδικά: bestämd form] singular = οριστικός τύπος/οριστική μορφή (ουσιαστικού) του ενικού (αριθμού)/στον ενικό (αριθμό)· αντίστοιχα, definite plural και, κατ' αναλογίαν, τo indefinite [obestämd form] (αόριστος). ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 11:00, 10 Ιανουαρίου 2020 (UTC)

Ευχαριστώ. Το klimatet έτοιμο. --FocalPoint (συζήτηση) 21:32, 10 Ιανουαρίου 2020 (UTC)

en:Wiktionary:Reconstructed terms[επεξεργασία]

Ας το φτιάξουμε ως σελίδα, με όσο το δυνατόν λιγότερα για αρχή. Θα το φτιάξω, αλλά πως λέμε στα ελληνικά το Reconstructed ; --FocalPoint (συζήτηση) 23:09, 15 Ιανουαρίου 2020 (UTC)

☏ FocalPoint Οι (επ)ανασυντεθειμένες λέξεις (πρωτογλώσσες, κλπ). Είναι ξεχωριστός ονοματοχώρος (namespace) και χορηγείται από τους 'επάνω' νομίζω. H δουλειά που γίνεται στο en.wiktioanry όσον αφορά την πρωτοελληνική, και την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή, γίνεται από επαγγελματίες. Και οι γάλλοι έχουν κάνει κάποια δουλειά. Οι υπόλοιποι απλώς συνδέουν τις λέξεις σαν να ήταν κανονικές. Δώστε μου ένα λεπτό, sarri.greek (συζήτηση) 23:20, 15 Ιανουαρίου 2020 (UTC)
Ας μην τρελαινόμαστε, απλά θα φτιάξω μια σελίδα βοήθειας που να εξηγεί το αστεράκι, τουλάχιστον. Δε χρειάζεται namespace. Απλές λέξεις και στη χρήση τους ο αστερίσκος. --FocalPoint (συζήτηση) 23:25, 15 Ιανουαρίου 2020 (UTC)
Βικιλεξικό:Επανασυντεθειμένες λέξεις --FocalPoint (συζήτηση) 23:29, 15 Ιανουαρίου 2020 (UTC)
☏ FocalPoint Εδώ δεν έχουμε ακόμη κάνει το Βικιλεξικό:Ελληνική γλώσσα, και θα κάνουμε εργασία για την πρωτοινδυο ΣΤΠ
Ο κύριος Svlioras έχει φτιάξει το μοναδικό μας λήμμα *ph₂tḗr.
Mia άλλη λύση είναι μια σύνδεση όπως στο λήμμα -ινος: επίθημα πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *-iHnos[1]
Φανταζόμουν, για άλλες λέξεις κάτι σαν το παρακάτω, αλλά νομίζω, ότι θα πρέπει να ρωτήσουμε τους εγγλέζους.
Asterisk.svg
*-iHnos
-iHnos(en)
Αυτό το λήμμα αφορά μια υποθετικά επανασυντεθειμένη μορφή ενός αμάρτυρου τύπου (προηγείται αστερίσκος)
με βάση τις έως τώρα αποδεκτές θεωρίες της ιστορικοσυγκριτικής γλωσσολογίας
 
Μηννν βιαζετστεεε sarri.greek (συζήτηση) 23:33, 15 Ιανουαρίου 2020 (UTC)

Μην φοβάσαι. Δε χρειαζόμαστε αεροπλανοφόρο. Σχεδία έφτιαξα, ούτε καν κανώ. Άλλωστε δεν έχουμε καν θάλασσα, απλά έναν νερόλακκο. Μια σελίδα βοήθειας Βικιλεξικό:Επανασυντεθειμένες λέξεις, χωρίς namespaces, χωρίς κατηγορίες και κυρίως χωρίς ινδοευρωπαίους, ούτε πρωτο- ούτε άλλο. Μια απλή σχεδία τύπου Ροβινσώνα Κρούσου. --FocalPoint (συζήτηση) 23:38, 15 Ιανουαρίου 2020 (UTC)

☏ FocalPoint, ti κάνετε? το λύκη δεν είναι επανασυντεθειμένη λέξη. Είναι υποθετικός τύπος. sarri.greek (συζήτηση) 23:38, 15 Ιανουαρίου 2020 (UTC)

sarri.greek, τότε ας γράψουμε τα περί αστερακίου στο Βικιλεξικό:Υποθετικός τύπος ή καλύτερα στο Βικιλεξικό:Αμάρτυρες λέξεις (που πιάνει και τις επανασυχτίρ λέξεις). --FocalPoint (συζήτηση) 23:43, 15 Ιανουαρίου 2020 (UTC)

Δεν γίνονται έτσι τα πράγματα ☏ FocalPoint. Στο λήμμα * εξηγούμε. Ήρθε και ο ειδικός και βοήθησε. Θα συμπληρώσω και το λήμμα αστερίσκος και όποιο άλλο λήμμα θελετε: επανασυντεθειμένες λέξεις. Μηην μου βάζετε ανέφικτους στόχους. sarri.greek (συζήτηση)
Δημιουργήθηκε Κατηγορία:Αμάρτυροι τύποι, ενημερώθηκαν τα σχετικά λήμματα. Για τις επανασυντεθειμένες, θα υπάρχει Κατηγορία:Πρωτογλώσσες με τις reconstructed γλώσσες. sarri.greek (συζήτηση) 21:41, 16 Ιανουαρίου 2020 (UTC)

ληΐζομαι / λήζομαι[επεξεργασία]

Θα ήθελα ως αρκετά συχνός χρήστης του Βικιλεξικού, καθώς και σαν λεξικοδίφης, να υποβάλλω αίτηση για την δημιουργία λήμματος του ρήματος ληίζομαι/λήζομαι. Θαρρώ πως αποτελεί ένα ιδίως ενδιαφέρον αρχαιοπρεπές ρήμα, με άμεσο αντίκτυπο στην νέα ελληνική, αφού ομόρριζα του είναι λέξεις όπως ληστής, ληστεία κ.ο.κ. Το εν λόγω ρήμα είναι και δόκιμο, διότι χρησιμοποιείται εκτεταμένα από συγγραφείς σαν τον Εμμανουήλ Ροΐδη << επικουρίαν κατά των ληϊζόμενων την Ιταλίαν Σαρακηνών >> ( παράδειγμα αντλημένο από το ιστορικό του μυθιστόρημα << Η Πάπισσα Ιωάννα >>). Ληίζομαι/Λήζομαι σημαίνει λαφυραγωγώ, λεηλατώ, διαρπάζω και προέρχεται απο την αρχαιοελληνική λέξη ληίς = λεία. ανυπόγραφο σχόλιο του χρήστη 141.237.212.164 (συζήτησησυνεισφορά) 2020.01.17. 21:40 UTC.

Γεια σας επισκέπτη! Ας ξεκινήσουμε ένα προσχέδιο με τη Βοήθεια:Γρήγορη δημιουργία λημμάτων. Το βρίσκουμε στο Λίντελ-Σκοτ εδώ Ευχαριστούμε. Θα βρούμε και κείμενο με το ωραίο παράθεμά σας για τη μετοχή, για να φτιάξουμε παραπομπή σε λήμμα ληϊζόμενος. Πάντως, ο {{Π:Δημητράκος 1964}} το δίνει και «μσν.» αλλά θα λέγαμε, ότι είναι έξω από τα όρια της νεοελληνικής? Δεν είμαι φιλόλογος, αλλά έτσι βλέπω. Έχουμε και το ληΐη = λεία. Και μακάρι να διαλέξετε κάποιο ψευδώνυμο, γιατί οι αριθμοί είναι τόσο δυσπληκτρολόγητοι! sarri.greek (συζήτηση) 21:56, 17 Ιανουαρίου 2020 (UTC)
Επισκέπτη, ψάχνω να βρω πηγή για το παράθεμά σας και δεν βρίσκω. Βρίσκω την έκφραση με τη μετοχή στον Χωνιάτη. sarri.greek (συζήτηση) 19:05, 19 Ιανουαρίου 2020 (UTC)

διογέννητος[επεξεργασία]

Είναι σημαντικη λεξη δεν μπορώ να την βρω ανυπόγραφο σχόλιο του χρήστη 185.3.222.41 (συζήτησησυνεισφορά) 2020.02.11. UTC 19:15.

Γεια σας! Να το φτιάξουμε το λήμμα, μόνο που θα γραφτεί: διογέννητος, δηλαδή το αρχαίο διογενής στη δημοτική (όπως πορφυρογέννητος) sarri.greek (συζήτηση) 19:23, 11 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)

ξετρίβω[επεξεργασία]

Μεταφορά από τη Συζήτηση προτύπου:οδηγίες‑‑Sarri.greek  | 21:04, 21 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)

Υπάρχει η λέξη ξετρίβω και αν ναι τι σημαίνει;; Ωρίων (συζήτηση) 20:56, 21 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)

Καλωσήλθατε Ωρίωνα. Μου επιτρέπετε να μεταφερθούμε στο Δωμάτιο Βικιλεξικό:Ζητούμενα άρθρα/2020? ‑‑Sarri.greek  | 21:01, 21 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)
☏ Ωρίων, εγώ λέω τη λέξη (ξέτριψα) με τη σημασία «έμαθα πολύ καλά, έκανα μπόλικη εξάσκηση». Θα πρέπει να φτιάξουμε λίγο καλύτερα το ξε- που τόσα πολλά σύνθετα φτιάχνει, σύνθετα που δεν μπορούν να καταγραφούν όλα σε έντυπα λεξικά. Και μετά, να δούμε αν υπάρχουν αναφορές σε βιβλία κλπ. ‑‑Sarri.greek  | 21:07, 21 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)
Και κοιτάμε και το τρίβω. Αν και το ξε- είναι νέο, ας δούμε και το αρχ. ἐκτρίβω@ΛΟΓΕΙΟΝ έχει και μια σημασία "polish", ενώ εδώ δεν την έχει. ‑‑Sarri.greek  | 21:14, 21 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)

-τήρα[επεξεργασία]

οι ελαιοτριβείς[επεξεργασία]

από πού βγαίνει; Από το ελαιοτριβεύς;--Costaud (συζήτηση) 12:19, 23 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)

π.χ. εδώ--Costaud (συζήτηση) 07:05, 24 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)
Έγινε, ευχαριστώ κύριε Σβλιώρα--Costaud (συζήτηση) 10:26, 27 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)

μονοθυμία[επεξεργασία]

Σχετίζεται με το single-minded;--Costaud (συζήτηση) 15:35, 23 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)

Σχετίζεται με τη διπολική διαταραχή και τη θεωρία της προσωπικότητας. Μάλλον από τα γαλλικά (monothymie) ή αγγλικά (monothymia), όπου όμως είναι σπάνιο. Δε γνωρίζω χρήση στα ελληνικά, αλλά ίσως κάπου θα υπάρχει, σε κάποια μετάφραση, σύγγραμμα κλπ. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 18:09, 23 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)
ενδιαφέροντα κύριε Χαλκ--Costaud (συζήτηση) 12:41, 27 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)

bioprinting & biofabrication[επεξεργασία]

Πώς θα τα μεταφράζατε;--Costaud (συζήτηση) 12:13, 25 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)

Costaud μήπως εννοείς biofabrication ; --FocalPoint (συζήτηση) 19:27, 25 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)

ναι, έχεις δίκιο FocalPoint--Costaud (συζήτηση) 09:38, 26 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)
βιοεκτύπωση
βιοπαραγωγή

Εξαίρετοι, υπαρκτοί, νεολογισμοί. --FocalPoint (συζήτηση) 07:08, 27 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)

ευχαριστώ, κύριε Φωκάλ--Costaud (συζήτηση) 10:25, 27 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)

Αγαπητέ Costaud, παρακαλώ, αρκεί να μη με λες κύριο. Όπως λέει και ο πρίγκιπας Χάρυ, just call me Harry, ... απλά λέγε με FocalPoint (λες να προδόθηκα και να έχω προβλήματα με τη βασίλισσα που της υποσχέθηκα να μην γράφω στο διαδίκτυο; Θα με φάει η Μέγκαν... - έβαλα ψευδώνυμο όπως είδατε στη σύζυγο, μην καρφωνόμαστε). --FocalPoint (συζήτηση) 19:13, 27 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)

χα χα χα θα τα παρατήσουμε όλα και θα γίνουμε πρίγκιπες. --Costaud (συζήτηση) 10:45, 29 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)
Έγινε--Costaud (συζήτηση) 10:45, 29 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)

ετεροφοβικός[επεξεργασία]

υπάρχει; Στα αγγλικά το βρήκα ως biphobic--Costaud (συζήτηση) 14:03, 27 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)

Σχετικά σπάνιος νεολογισμός, αλλά υπαρκτός όρος. --FocalPoint (συζήτηση) 09:40, 29 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)

ευχαριστώ Φωκάλ--Costaud (συζήτηση) 10:45, 29 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)

βίντατζ ή βιντάζ;[επεξεργασία]

Ποιό ισχύει;--Costaud (συζήτηση) 11:23, 28 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)

Και τα δυο και ακόμη ένα: βίνταζ ή βίντατζ (από την αγγλική) ή βιντάζ (από τη γαλλική). --FocalPoint (συζήτηση) 09:42, 29 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)

είστε τέρας γνώσης--Costaud (συζήτηση) 10:46, 29 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)
Είμαι τέρας. Το αποδέχομαι (αρρργκχ - άναρθρη κραυγή τέρατος), αλλά γνώσης; Όχι αγαπητέ μου. Οι παλαιοί έριχναν κόκκαλα, ερμήνευαν τα άστρα, τον καπνό από τα θυσιασμένα σφαχτά. Εμείς παρατηρούμε με προσοχή τα αποτελέσματα του γούγλη και τα ερμηνεύουμε με σεβασμό. --FocalPoint (συζήτηση) 11:15, 29 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)
ένας ο θεός και τίμιο το δόγμα του--Costaud (συζήτηση) 11:36, 29 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)
και αντί για ..ωμ (w:Ωμ (ιερή συλλαβή)), το κάνουμε τώρα oog ( συνεκδοχικά από το -(G) + oog - (le) ) --FocalPoint (συζήτηση) 11:45, 29 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)
σε αυτή την περίπτωση πρέπει να προσθέσουμε το ούγκ και ούγκα και να μάς αποκαλούν ούγκαλους. --Costaud (συζήτηση) 14:07, 29 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)

αμελέ ταμπουρού[επεξεργασία]

γνώμες; το βάζουμε;--Costaud (συζήτηση) 09:35, 29 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)

Ναι, ως ονομασία των ταγμάτων εργασίας (τουρκικά: Amele Taburları, αρμενικά: ատանքային բատալիոն, συχνά αναφερόμενα στην ελληνική βιβλιογραφία ως αμελέ ταμπουρού) της οθωμανικής αυτοκρατορίας. --FocalPoint (συζήτηση) 09:44, 29 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)

ευχαριστώ--Costaud (συζήτηση) 10:46, 29 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)
Το αμελέ ταμπουρού προκύπτει από τον ενικό αριθμό, "amele taburu". Ως άκλιτο, χρησιμοποιείται συνήθως στον πληθυντικό, "τα αμελέ ταμπουρού" (στα τουρκικά "amele taburları"). ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 21:53, 29 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)

σουρφασέρ ή σουλφασέρ[επεξεργασία]

ποιό είναι το σωστό;--Costaud (συζήτηση) 14:03, 29 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)

To σουρφασέρ (από το αγγλικό "primer surfacer", διαβασμένο όμως λάθος, "αλά γαλλικά" θα λέγαμε -διότι στα γαλλικά είναι "apprêt surfaçant"). Το "σουλφασέρ" πρέπει να είναι όπως λέμε "γλήγορα". ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 21:33, 29 Φεβρουαρίου 2020 (UTC)

λαθροεποικιστής[επεξεργασία]

το βάζω εδώ ως επίκαιρο--Costaud (συζήτηση) 10:40, 1 Μαρτίου 2020 (UTC)

παρέβριος[επεξεργασία]

Έχει αρχίσει να ανθίζει η συγκεκριμένη λέξη λόγω των εξελίξεων στον Έβρο. Ακούω προτάσεις--Costaud (συζήτηση) 20:15, 1 Μαρτίου 2020 (UTC)

Παλιά λέξη, άσχετα αν "τώρα" ακούγεται στα μέσα και διαδίδεται στο "ευρύ κοινό" (υπάρχουν αρκετά παραδείγματα χρήσης "προ μεταναστευτικής κρίσης", όπως τα: παρέβρια ζώνη, παρέβριες καλλιέργειες, παρέβριος τόπος, παρέβριοι πληθυσµοί κ.ο.κ.). ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 14:57, 2 Μαρτίου 2020 (UTC)
ευχαριστώ Χαλκ, όντως έτσι έχουν τα πράγματα όπως τα λες--Costaud (συζήτηση) 15:38, 2 Μαρτίου 2020 (UTC)

Σταροχώραφο[επεξεργασία]

Χωράφι με στάρι

ραπαραούτ[επεξεργασία]

σε σάιτ ελληνικής εταιρείας βρήκα ότι παρασκευάζει και ραπαραούτ; Υπάρχει τέτοια λέξη;--Costaud (συζήτηση) 10:12, 8 Μαρτίου 2020 (UTC)

Μόνο μια αναφορά σε ιστοσελίδα που είναι έτσι κι αλλιώς ανορθόγραφη (γράφει και για Συλό, προφανώς εννοώντας σιλό). Δεν υπάρχει όσον αφορά το Βικιλεξικό (και ποιος να ξέρει τι εννοεί ο ποιητής...). --FocalPoint (συζήτηση) 17:26, 8 Μαρτίου 2020 (UTC)

κατανοητό--Costaud (συζήτηση) 12:01, 9 Μαρτίου 2020 (UTC)

γλυσιέρα ή γλισιέρα;[επεξεργασία]

Μπερδεύτηκα, ποιά είναι η σωστή ορθογραφία;--Costaud (συζήτηση) 16:36, 8 Μαρτίου 2020 (UTC)

Φαίνεται απόδοση της λέξης glissière, οπότε έτσι κι αλλιώς αυθαίρετη είναι η ορθογραφία, αλλά όπως βλέπεις υπάρχει και με τις δυο αποδόσεις, ενώ η απλογραφή θα οδηγούσε στο «γλισιέρα». --FocalPoint (συζήτηση) 17:30, 8 Μαρτίου 2020 (UTC)

ευχαριστώ, Φωκάλ;--Costaud (συζήτηση) 12:17, 9 Μαρτίου 2020 (UTC)

πισσίες (πισσία)[επεξεργασία]

έχω ακούσει ότι είναι τηγανίτες από την Κύπρο - Μικρασία. Πισσία; Έχετε ακούσει κάτι;--Costaud (συζήτηση) 12:00, 9 Μαρτίου 2020 (UTC)

[3] Συνταγή από το Εικονικό Μουσείο Τροφίμων του Πανεπιστημίου Κύπρου. Τις γράφει όμως πισίες. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 14:12, 9 Μαρτίου 2020 (UTC)
Χμ, ενδιαφέρον--Costaud (συζήτηση) 18:10, 9 Μαρτίου 2020 (UTC)

Γράφονται είτε με ένα, είτε με δυο σ και η προφορά τους είναι παχύ σίγμα (ʃ). --FocalPoint (συζήτηση) 20:23, 9 Μαρτίου 2020 (UTC)

βιοφίλτρο ή βιόφιλτρο[επεξεργασία]

ποιο ισχύει;--Costaud (συζήτηση) 12:51, 9 Μαρτίου 2020 (UTC)

Βλέπω ότι "παίζουν" και τα δυο. Ίσως το "πιο σωστό" (ή "πιο επιστημονικό") να είναι το βιοφίλτρο [4] [5]. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 14:07, 9 Μαρτίου 2020 (UTC)
Ευχαριστώ, Χαλκ--Costaud (συζήτηση) 18:10, 9 Μαρτίου 2020 (UTC)

μπαχτσίσι ή μπαχτζίσι[επεξεργασία]

ποιά είναι η σωστή ορθογραφία;--Costaud (συζήτηση) 17:40, 9 Μαρτίου 2020 (UTC)

Tο πρώτο είναι το (συντριπτικά) επικρατέστερο, όπως και το (απλοποιημένο) μπαξίσι. Το δεύτερο φαίνεται πως είναι αρκετά παλιότερο, με καταγραφές του 18ου και των αρχών του 19ου αι., παρωχημένο. Επίσης, ο Λιθοξόου αναφέρει και άλλες παλιές γραφές, όπως μπαχτζήσι, μπαχτσήσι (κάτι κάθε άλλο παρά ασυνήθιστο "εκείνα" τα χρόνια, πριν την "κανονικοποίηση" της ελληνικής γλώσσας και γραφής, ιδίως για λαϊκότροπες λέξεις και, μάλιστα, ξενικής προέλευσης). ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 18:52, 9 Μαρτίου 2020 (UTC)
Είσαι ταλέντο--Costaud (συζήτηση) 11:06, 15 Μαρτίου 2020 (UTC)

πουλελέ[επεξεργασία]

το ξέρω σπαμάρω, αλλά έχετε ακούσει τη λέξη;--Costaud (συζήτηση) 20:03, 9 Μαρτίου 2020 (UTC)

σπαμάρεις Costaud, σπαμάρεις :), αλλά οι ωραίες ερωτήσεις σου, αξίζουν πάντα απάντηση:

Σπάνια και ανεπίσημη λέξη, αλλά με αρκετή χρήση, αρκετά πάνω από το όριο, άρα πρέπει να τη δεχτούμε, αν και ομολογώ ότι δε βρίσκω εύκολα τρόπο να την ορίσω. --FocalPoint (συζήτηση) 21:04, 10 Μαρτίου 2020 (UTC)

Έχει χρήση, αλλά φαίνεται πως είναι κάπως ρευστή σημασιολογικά, προφορική και υπό διαμόρφωση, με αρκετούς αυτοσχεδιασμούς, ως ρίμα με άλλες λέξεις με γενικότερο σκωπτικό στόχο, π.χ. "απολελέ και τρελελέ, τον πουλελέ", "κομπλέ, κοτλέ και πουλελέ". Πιο πολύ έχει δείχνει να έχει χρήση ως υποκατάσταστο της έκφρασης "(παίρνω) τον πούλο", τόσο με τις έννοιες "φύγε", "πάμε", "την κάνουμε", "κάνε την" κ.λπ., όσο και με το "άντε γαμήσου"". ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 15:00, 11 Μαρτίου 2020 (UTC)

ευχαριστώ και τους δυό σας για το πλούσιο υλικό, Φωκάλ και Χαλκ--Costaud (συζήτηση) 11:06, 15 Μαρτίου 2020 (UTC)

μερβρωμίνη ή μερκουροχρώμ ή και τα δύο;[επεξεργασία]

Το μερκουροχρώμ το βάζουμε ή όχι;--Costaud (συζήτηση) 11:12, 10 Μαρτίου 2020 (UTC)

[6], [7], [8]

Και τα δυο. --FocalPoint (συζήτηση) 21:00, 10 Μαρτίου 2020 (UTC)

ευχαριστώ Φωκάλ--Costaud (συζήτηση) 11:05, 15 Μαρτίου 2020 (UTC)

Πολυλεκτικοί ή σύνθετα;[επεξεργασία]

Αν δούμε στο wikt, διαπιστώνουμε πως "όροι" όπως en:ghetto blaster αναφέρονται ως ουσιαστικά (το ίδιο και στο Cambridge Dictionary κ.ο.κ.), ενώ εδώ τους κατατάσσουμε (συχνά; πάντα;) από όσο έχω αντιληφθεί στους πολυλεκτικούς όρους. Όμως στην αγγλική είναι compound nouns, δηλ. σύνθετα ουσιαστικά και, αυτό ισχύει για κάθε μορφή τους, πχ. τόσο για το ghetto blaster, όσο και για το ghettoblaster (το ίδιο κι αν υπήρχε ενωτικό, βλ. timetable). Μήπως πρέπει να το δούμε; Εδώ η λίστα, όπου υπάρχουν μπερδεμένα σύνθετα ουσιαστικά, εκφράσεις και πολυλεκτικοί όροι. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 09:34, 11 Μαρτίου 2020 (UTC)

☏ Chalk19 Δεν έχω μελετήσει το θέμα, αλλά επειδή σε κάθε γλώσσα η εικόνα των συνθέτων είναι διαφορετική (χαραλά, με ενωτικό, δύο λέξεις, σε σύνθεση) μάλλον οι δημιουργοί του ΒΛεξικού επέλεξαν έναν όρο που να δείχνει δύο τουλάχιστον λέξεις χωρισμένες με κενό και που να υπάγονται στα ουσιαστικά (αλλιώς, τις λέμε πολύ γενικά: εκφράσεις). Το en.wiktionary επιμένει στο PartOfSpeech να περιγράφει τη λειτουργία και όχι τη γραμματική ή μορφολογική αναγνώριση. ‑‑Sarri.greek  | 22:06, 13 Μαρτίου 2020 (UTC)

φιάπα[επεξεργασία]

Ετυμολογία? Έψαξα για fiappa, αλλά δεν βρίσκω κάτι -ίσως κάτι ισπανικό? κάτι σχετικό με βοτανική?-. Υπάρχει η en:flapper και τα παπούτσια που φορούσαν οι flappers, τα κορίτσια του 1920, τα flapper shoes. Μέχρι εκεί. ‑‑Sarri.greek  | 22:02, 13 Μαρτίου 2020 (UTC)

τίτλος πατήρ[επεξεργασία]

Συγγνώμη που δεν ξέρω. Όταν μιλάμε για ιερείς, λέμε ο πατήρ Τάδε ή ο πατέρας Χ ή λαϊκότροπα ο πατερ-Τάδε (χωρίς τόνο το πατερ). Στη γενική τι λέμε? «του πατρός» συνηθίζεται? ή παραείναι επίσημο? Ή μόνο «του πατέρα»? ‑‑Sarri.greek  | 00:05, 14 Μαρτίου 2020 (UTC)

Το «λέμε» είναι υποκειμενικό. Ο κοσμικό-Focal δε νομίζω ότι θα πει «του πατρός», αλλά ο «παπα-Focal» μιλώντας για τον συνάδελφό του πατέρα Αμβρόσιο, θα πει στους πιστούς ότι έχουν «τις ευχές του πατρός Αμβροσίου» ο οποίος έχει πάει να λειτουργήσει στο παρεκκλήσιο της Αγίας Φωτεινής. Το «εμείς λέμε», είναι βλέπεις, ευρύτατο. --FocalPoint (συζήτηση) 07:35, 14 Μαρτίου 2020 (UTC)
Ευχαριστώ ☏ FocalPoint και ευχαριστώ ☏ Svlioras για τα παραδείγματα χρήσης στο λήμμα πάτερ.
Σκέψη: μια Κατηγορία προσφωνήσεων όπως στο πρωτόκολλο: για ιερείς, πρεσβευτές κλπ. ‑‑Sarri.greek  | 11:38, 14 Μαρτίου 2020 (UTC)
Sarri.greek, εξαίρετη ιδέα, όλες οι προσφωνήσεις σε δικές τους κατηγορίες ανά χρήση! --FocalPoint (συζήτηση) 11:57, 14 Μαρτίου 2020 (UTC)
Sarri.greek, για μερικά δευτερόλεπτα μου μπήκε η ιδέα να βάλω κατηγορίες, αλλά βέβαια μου πέρασε αμέσως: Σε περιμένω να φτιάξεις το κατάλληλο πρότυπο :) {{προσφώνηση}} που να βάζει τις σωστές κατηγορίες μόνο του. --FocalPoint (συζήτηση) 12:43, 14 Μαρτίου 2020 (UTC)
☏ FocalPoint, μπήκε στις εκκρεμότητες. Θα μου άρεσε να υπάρχουν εθελοντές που να αφοσιώνονται σε ένα ζήτημα. Πώς θα τους βρούμε? Έλεγα με 'εξορμήσεις' στην Κύρια Σελίδα. ‑‑Sarri.greek  | 13:01, 14 Μαρτίου 2020 (UTC)
Sarri.greek, κάνε όποια εξόρμηση νομίζεις και θα βοηθήσω, αλλά αυτό που κάνεις μέχρι τώρα, δηλαδή η δημιουργία της υποδομής (προτύπου με ωραίες λειτουργίες) και η ενδεικτική χρήση της σε πέντε-έξη λήμματα, αρκεί. Μετά βλέπω εγώ ή άλλος την χρήση και βοηθάμε. Αν επιπλέον κάνουμε και μια έκκληση στην Κύρια Σελίδα, καλό θα είναι, αλλά τέτοια θέματα τα χειρίζονται χρήστες, άρα από τη Βικιδημία και όχι περαστικοί (Κύρια Σελίδα). --FocalPoint (συζήτηση) 13:12, 14 Μαρτίου 2020 (UTC)

τζίφος κλίνεται?[επεξεργασία]

Συζήτηση:τζίφος ‑‑Sarri.greek  | 14:59, 14 Μαρτίου 2020 (UTC)

Ευχαριστώ, κύριε ☏ Svlioras, και για την ετυμολογία ‑‑Sarri.greek  | 15:45, 14 Μαρτίου 2020 (UTC)
άκλιτο, είναι θεός ο κος Σβλίωρας και κρατά θερμοπύλες. Δε θα το έβρισκα στον αιώνα τον άπαντα.--Costaud (συζήτηση) 10:56, 15 Μαρτίου 2020 (UTC)

νεραντζόνας ή νεραντζιώνας[επεξεργασία]

Ποια είναι η σωστή ορθογραφία;--Costaud (συζήτηση) 10:55, 15 Μαρτίου 2020 (UTC)

ευθυνία -> ευθηνία/εὐθηνία[επεξεργασία]

υπάρχει; Έχω ακούσει για τα χρόνια της ψαρικής ευθυνίας. Είμαι σίγουρος πως δεν το μπερδεύω με το ευθυμία--Costaud (συζήτηση) 11:04, 15 Μαρτίου 2020 (UTC)

Αγαπητέ, η λέξη που ακούσατε είναι στην πραγματικότητα ευθηνία/εὐθηνία, ήδη ελληνιστικός όρος που σημαίνει «αφθονία, πληρότητα». Είναι ενδιαφέρον ότι από το ελνστ. εὐθηνία προήλθε η λ. φτήνια, εφόσον κάτι που βρίσκεται σε αφθονία είναι αναμενόμενο να μη στοιχίζει πολύ. Ευχαριστώ. Dr Moshe (συζήτηση)
γράψατε, Δόκτωρ--Costaud (συζήτηση) 20:08, 17 Μαρτίου 2020 (UTC)
Υπερ-ευχαριστούμε Dr Moshe!! ‑‑Sarri.greek  | 20:11, 17 Μαρτίου 2020 (UTC)

ντιρλανταντά[επεξεργασία]

έχει σχέση με το ντίρλα;--Costaud (συζήτηση) 14:31, 15 Μαρτίου 2020 (UTC)

αιματοβούρατος[επεξεργασία]

είναι κρητική λέξη;--Costaud (συζήτηση) 15:35, 15 Μαρτίου 2020 (UTC)

ετσέ ή έτσε[επεξεργασία]

ποιό από τα δύο είναι το έτσι στα κρητικά;--Costaud (συζήτηση) 15:50, 15 Μαρτίου 2020 (UTC)

Αγαπητέ, ανοίξατε αρκετά περίπλοκο θέμα. Στην κρητική διάλεκτο συνηθίζεται ο τύπος ετσά (ήδη μεσαιωνικός), που προέρχεται από το εμφατικό ετσιδά. Ωστόσο, δεν είναι άγνωστος και ο τύπος έτσε (επίσης μεσαιωνικός), που προέρχεται από το αρχ. οὕτως με περίπλοκες φωνητικές και αναλογικές μεταβολές, για τις οποίες έχουν γραφτεί πολλά. Τύπος *ετσέ (τονισμένος στη λήγουσα) δεν υπάρχει. Ευχαριστώ. Dr Moshe (συζήτηση)
μένω άφωνος, Δόκτωρ--Costaud (συζήτηση) 20:07, 17 Μαρτίου 2020 (UTC)

Χανιώπορτα ή Χανιόπορτα[επεξεργασία]

ποιο ισχύει;--Costaud (συζήτηση) 16:10, 15 Μαρτίου 2020 (UTC)

Και τα δυο. Υποθέτω ότι το ω προκύπτει από το "χανιώ(τικη) πόρτα" και το ο από το Χανι(ά)+ (συνδετικό) ό + πόρτα. Προσωπικά το Χανιόπορτα το θεωρώ "καλύτερη" επιλογή για κύριο άρθρο, με το Χανιώπορτα σαν άλλη γραφή. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 10:01, 19 Μαρτίου 2020 (UTC)
Ευχαριστώ, Χαλκ!--Costaud (συζήτηση) 19:17, 20 Μαρτίου 2020 (UTC)

εγλαγούσε[επεξεργασία]

σημαίνει παραμόνευε στα κρητικά;--Costaud (συζήτηση) 16:13, 15 Μαρτίου 2020 (UTC)

Όχι, αγαπητέ μου. Πρόκειται για το ρήμα γλακώ (ήδη μεσαιωνικό), που σημαίνει «τρέχω - βιάζομαι» και προέρχεται από τύπο ἐκλακῶ. Από το β΄ συνθετικό μάς έχει σωθεί σήμερα μόνο ο παρελθοντικός τύπος λάκησα «έφυγα - ξέφυγα». Ευχαριστώ. Dr Moshe (συζήτηση)
είστε φοβερός, Δόκτωρ--Costaud (συζήτηση) 20:06, 17 Μαρτίου 2020 (UTC)

μπελιτώνω[επεξεργασία]

είναι μπεκροπίνω στα κρητικά;--Costaud (συζήτηση) 16:32, 15 Μαρτίου 2020 (UTC)

μανίδα[επεξεργασία]

η μετάφραση του pangoline είναι η μανίδα;--Costaud (συζήτηση) 17:03, 15 Μαρτίου 2020 (UTC)

τζίτζιλι-μίτζιλι[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 19:48, 16 Μαρτίου 2020 (UTC)

Eγώ πάντως ξέρω το τζάτζαλα μάτζαλα. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 23:20, 18 Μαρτίου 2020 (UTC)
ούτε αυτό το ήξερα, Χαλκ. Κούτσα κούτσα θα τα βάλουμε--Costaud (συζήτηση) 19:18, 20 Μαρτίου 2020 (UTC)

βεντουζάρω[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 20:05, 17 Μαρτίου 2020 (UTC)

Ναι [9], [10]. --FocalPoint (συζήτηση) 06:17, 19 Μαρτίου 2020 (UTC)
έκτακτα--Costaud (συζήτηση) 19:19, 20 Μαρτίου 2020 (UTC)

παρακούζουνο[επεξεργασία]

τι σημαίνει στα κρητικά;--Costaud (συζήτηση) 17:30, 18 Μαρτίου 2020 (UTC)

κοκονιό[επεξεργασία]

στα κρητικά τι σημαίνει;--Costaud (συζήτηση) 17:34, 18 Μαρτίου 2020 (UTC)

ο ένας, ο άλλος και ο παράλλος[επεξεργασία]

ο παράλλος υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 17:43, 18 Μαρτίου 2020 (UTC)

Ναι. ο μεθεπόμενος. Ο επόμενος από τον άλλο. @gr-lang.gr] ‑‑Sarri.greek  | 17:58, 18 Μαρτίου 2020 (UTC)
Να ευχαριστήσουμε τον κο ☏ Svlioras που πρόσθεσε τη λέξη από τα παρασκήνια.--Costaud (συζήτηση) 13:38, 19 Μαρτίου 2020 (UTC)

μολυβδοκολοπελεκητής[επεξεργασία]

οέω;--Costaud (συζήτηση) 23:41, 18 Μαρτίου 2020 (UTC)

Οέο όπως γράφει παρακάτω, μόνο σε γλωσσοδέτη, αλλά στο λήμμα πρέπει να φαίνεται ξεκάθαρα ότι είναι τεχνητή λέξη, χωρίς άλλη χρήση και ο γλωσσοδέτης στον οποίο χρησιμοποιείται, ως παράθεμα. --FocalPoint (συζήτηση) 06:26, 19 Μαρτίου 2020 (UTC)

ενδιαφέρον--Costaud (συζήτηση) 19:20, 20 Μαρτίου 2020 (UTC)

σύνεργα και μίνεργα[επεξεργασία]

μίνεργο υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 23:42, 18 Μαρτίου 2020 (UTC)

Μόνο "μίνεργα" και μόνο στο πλαίσιο του γλωσσοδέτη για την "εκκλησιά τη μολυβδοκολοπελεκητή" (… τα σύνεργα, τα μίνεργα … ). Κατ' αντιστοιχία και ο "μίτζιρας" κ.ο.κ. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 23:53, 18 Μαρτίου 2020 (UTC)
Όπως παραπάνω, ναι μεν, αλλά ως χρησιμοποιούμενο μόνο σε γλωσσοδέτη, αλλά στο λήμμα πρέπει να φαίνεται ξεκάθαρα ότι είναι τεχνητή λέξη, χωρίς άλλη χρήση και ο γλωσσοδέτης στον οποίο χρησιμοποιείται, ως παράθεμα. --FocalPoint (συζήτηση) 06:27, 19 Μαρτίου 2020 (UTC)
Στο βαθμό που το "σύνεργα μίνεργα" έχει ξεχωριστή υπόσταση ως έκφραση, πχ χρησιμοποιείται αυτετελώς στον προφορικό λόγο ώστε να δοθεί έμφαση στα "σύνεργα" ή να δηλωθεί κάποια απορία κλπ (κατά το τζάτζαλα μάτζαλα, σουγιά μουγιά και παρόμοιες "αλλοιωτικές" χρήσεις του "μ-" σε διάφορες αρχές λέξεων) θα μπορούσε να δηλωθεί κι αυτό. Αλλά σε κάθε περίπτωση δεν είναι "κανονική", "αυτοτελής" λέξη (όπως δεν είναι ούτε τα "μάτζαλα" κλπ). Οπότε, αν υπάρχει ξεχωριστό άρθρο για τη λέξη, όλα αυτά θα πρέπει να δηλώνονται όπως προαναφέρθηκε. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 09:50, 19 Μαρτίου 2020 (UTC)
οι γνώσεις σας έχουν φτάσει στο θεό, Χαλκ κι Φωκάλ!--Costaud (συζήτηση) 19:20, 20 Μαρτίου 2020 (UTC)

ξεκαρεκλοποδαρώνω[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 23:45, 18 Μαρτίου 2020 (UTC)

Χαίρετε! Αντιχαίρετε![επεξεργασία]

Αντιχαίρετε! Είναι ρήμα ή επιφώνημα;--Costaud (συζήτηση) 19:16, 19 Μαρτίου 2020 (UTC)

θεόβαρος[επεξεργασία]

το έχω ακούσει προφορικά. Το έχετε ακούσει κι εσείς;--Costaud (συζήτηση) 21:26, 19 Μαρτίου 2020 (UTC)

Έχω ακούσει διάφορα θεο-οτιδήποτε. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 18:05, 20 Μαρτίου 2020 (UTC)
Σπάνιο μεν, αλλά καταγεγραμμένο λεξικογραφικά ΜΕΤΡΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΠΙΤΑΣΗ ΜΕ ΤΗ ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΜΟΡΦΗΜΑΤΩΝ ΨΙΛΟ- ΚΑΙ ΘΕΟ-: ΑΝΑΛΥΣΗ ΣΕ ΣΩΜΑΤΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ, Παρασκευή Σαββίδου, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Ελλάδα, (θεόβαρος, θεοβρώμικος, θεόμακρος και θεόστενος, αλλά και πολλά άλλα). --FocalPoint (συζήτηση) 19:14, 20 Μαρτίου 2020 (UTC)
Ναι, αλλά λέμε βαρύς, θεόβαρυς θεόβαρια. Το θεόβαρος? μάλλον κατ' αναλογίαν προς τα -ος επίθετα. ‑‑Sarri.greek  | 19:19, 20 Μαρτίου 2020 (UTC)
χμμμ--Costaud (συζήτηση) 16:40, 28 Μαρτίου 2020 (UTC)

κακοφορμαρισμένος[επεξεργασία]

δεν το μπερδεύω με το κακοφορμίζω. Υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 13:59, 24 Μαρτίου 2020 (UTC)

Βρήκα στη μορφή κακοφορμαρισμένο και κακοφορμαρισμένα

Υπαρκτό, περνά το κριτήριο, αλλά σπανιότατο. --FocalPoint (συζήτηση) 16:04, 24 Μαρτίου 2020 (UTC)

ξε- κακο- θεο- ψευτο- ψευδο-[επεξεργασία]

ξε- κακο- θεο- ψευτο- ψευδο- κλπ κλπ Δημιουργούνται με τέτοια προθήματα οι λεγόμενες περιστασιακές συνθέσεις. Μπορούν να υπάρξουν στον προφορικό λόγο. Μπορεί να μην έχουν καταγραφεί. Αρα, ☏ Costaud · FocalPoint, ναι, όλες αυτές είναι ΟΚ. Τα έντυπα λεξικά δεν τις έχουν λόγω περιορισμένου χώρου. Σττην Εισαγωγή / Αντίστφορο Λεξικό Αναστασιάδη-Συμεωνίδη δείτε αρκετά για τέτοιες 'κατασκευασμένες λέξεις'. Επίσης λέει «Ειδικότερα για τα ηλεκτρονικά λεξικά, όπου δεν υπάρχει πρόβλημα χώρου και η εξαντλητικότητα αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά τους, η απαίτηση για πληρότητα θέτει το πρόβλημα των ορίων αποδοχής μορφολογικά υπαρκτών αλλά χρηστικά λόγιων ή λαϊκότροπων λέξεων.»
Άρα, δεν χρειάζεται να αναζητάμε τεκμηρίωση για κάθε μια από τέτοιες λέξεις χωριστά. Μπορούμε στο λήμμα τους να βάζουμε κάποιο παράθεμα αν βρούμε. Αλλά δεν είναι αναγκαία μια αναφορά για τέτοιες λέξεις. Σημειώνουμε πάντα ότι είναι περιστασιακές συνθέσεις. ‑‑Sarri.greek  | 16:17, 24 Μαρτίου 2020 (UTC)

ΟΚ, συμφωνώ (και με χαμόγελο συμπληρώνω ότι δε χρειάζεται να φτιάξουμε από τη φαντασία μας διάφορα χεζο-, μπουρδό-, κουραδο-, ξανθο- και δεν-ξερω-γω-). Αν έχουμε μέτρο, θα έχουμε ένα ωραίο λεξικό, με ποικιλία και φαντασία. Αν όχι, το μαζεύουμε. --FocalPoint (συζήτηση) 16:26, 24 Μαρτίου 2020 (UTC)

Η σελίδα αυτή είναι συγκινητικά ορθή:

  • «...Ωστόσο δεν τρέφουμε ψευδαισθήσεις. Το λεξιλόγιο εξελίσσεται διαρκώς και κανένα λεξικό -ακόμη και ηλεκτρονικό- δε θα μπορέσει να το συμπεριλάβει στην απεραντοσύνη του και στην ολότητά του καταγράφοντας το σύνολο των υπαρκτών λεξικών μονάδων. Όμως τι σημαίνει υπαρκτή λεξική μονάδα; Πρόκειται ασφαλώς για αμφίσημη έκφραση, αφού μπορεί να αναφέρεται τόσο σε λεξική μονάδα ή γραμματικό τύπο που μαρτυρείται σε κείμενο όσο και σε αποδεκτό τύπο μη μαρτυρημένο, ο οποίος όμως είναι δυνατό να υπάρξει....»

--FocalPoint (συζήτηση) 16:40, 24 Μαρτίου 2020 (UTC)

ψηφιδοθέτημα[επεξεργασία]

Château de Versailles, appartements de la Dauphine, cabinet intérieur, secrétaire à pente, Bernard II van Riesenbergh
Bord fanerat med intarsia - Hallwylska museet - 108633

Δε βρήκα πουθενά τίποτα, όμως είναι ο αριθμός 162913 του ΚΑΔ ή Κωδικού Αριθμού Δραστηριότητας της Ελληνικής Κυβέρνησης όπου λέει: «Κατασκευή ξύλινων ψηφιδοθετημάτων και ενθετικής ξύλινης διακόσμησης επίπλων, θηκών για κοσμήματα ή μαχαιροπίρουνα, αγαλματίων και άλλων διακοσμητικών ειδών, από ξύλο». Το βάζουμε;

Λινκ: εδώ --Costaud (συζήτηση) 18:20, 24 Μαρτίου 2020 (UTC)

Αναμφισβήτητα ναι. Είναι επίσημος όρος, ακόμη και αν δεν χρησιμοποιείται πουθενά αλλού. Τι να είναι άραγε όμως; --FocalPoint (συζήτηση) 20:01, 24 Μαρτίου 2020 (UTC)
κάτι σχετικό με ψηφίδες; Δεν έχω την παραμικρή ιδέα--Costaud (συζήτηση) 00:54, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)
Βλ. ψηφιδοθέτηση. Υποθέτω ότι το "ψηφιδοθέτημα" είναι το ψηφιδωτό. Γιατί όμως χρησιμοποιείται αυτή η λέξη κι όχι το ψηφιδωτό ; Έχει κάποια χρήση ή διάδοση ; Από όσο βλέπω, όχι [11], δείχνει να είναι πολύ σπάνια, εντελώς περιθωριακή -πέρα από την περιγραφή του ΚΑΔ. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 07:08, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)
Το ερώτημα μας απαντά η κα Τάντου στο κείμενό της ΑΓΓΛΙΚΑ-ΟΡΟΛΟΓΙΑ, ΔΙΔΑΚΤΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣΤΕΧΝΙΚΗ ΟΡΟΛΟΓΙΑ από το ΤΜΗΜΑ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΞΥΛΟΥ ΚΑΙ ΕΠΙΠΛΟΥ (ΤΕΙ ΛΑΡΙΣΑΣ, Παράρτημα Καρδίτσας: Marquetry= ψηφιδοθέτημα, μαρκετερί και από αυτό, βρίσκοντας τη πιο συνηθισμένη λέξη μαρκετερί, διαπιστώνουμε ότι είναι η ένθετη διακόσμηση με συναρμολόγηση μικρών τεμαχίων ξύλου, τα οποία έχουν διαφορετική υφή και χρώμα και έτσι οι καλλιτέχνες δημιουργούν αισθητικό αποτέλεσμα, είτε «απλά» ως περίτεχνη διακόσμηση επίπλων (εικόνα με το σεκρετέρ των διαμερισμάτων του Δελφίνου από τις Βερσαλλίες), είτε σε τεχνουργήματα όπως ο πραγματικός πίνακας δημιουργημένος με αυτή την τεχνική στη δεύτερη εικόνα από το μουσείο Hallwyl της Στοκχόλμης. --FocalPoint (συζήτηση) 09:25, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)
Ωραία ! Έτσι είναι, πράγματι, όπως ανφέρεται πιο πάνω. Κοίταξα και ένα παλιό αγγλοελληνικό λεξικό του '60 και το marquetry το αποδίδει ως "ψηφιδοτέτημα, ψηφιδωτόν, μαρκετερί". Οπότε ο όρος έχει ικανές αναφορές, αν και σπάνιος πλέον, ουσιαστικά περιθωριακός σε χρήση πέραν του ΚΑΔ. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 10:07, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)
Ευχαριστώ και τους δύο για τη γόνιμη συζήτηση--Costaud (συζήτηση) 16:39, 28 Μαρτίου 2020 (UTC)

πετρομάρουλο, πικρομάρουλο ή και τα δύο[επεξεργασία]

υπάρχουν;--Costaud (συζήτηση) 19:15, 24 Μαρτίου 2020 (UTC)

ξεμασκαλιδίων (ξεμασκαλίδι)[επεξεργασία]

από πού βγαίνει; Ποιά η ονομαστική του;--Costaud (συζήτηση) 00:53, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)

☏ Costaud ξεμασκαλίδι = παραφυάδα ‑‑Sarri.greek  | 00:56, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)
ευχαριστώ, αγαπητή μου--Costaud (συζήτηση) 00:58, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)
α... με υποτίθεται επιθημα γενικής πληθυντικού από την καθαρεύουσα, αντί ξεμασκαλιδιών, ... ιδίων :) ‑‑Sarri.greek  | 01:01, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)
κατανοητό. Δε γνωρίζω κάτι οπότε σας εμπιστεύομαι τυφλά--Costaud (συζήτηση) 01:04, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)
Το Λεξικό του Δημητράκου :) ‑‑Sarri.greek  | 01:10, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)

φυσικών κόμμεων[επεξεργασία]

Από που βγαίνει; από το κόμμι ή το κόμμη;--Costaud (συζήτηση) 08:53, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)

Για να απαντήσει κανείς, θα πρέπει να το δει μέσα στην πρόταση / το κείμενο. Πιθανολογώ ότι το βρήκες και αυτό στον κατάλογο των κωδικών ΚΑΔ που συνδέονται με τους κωδικούς προϊόντων συνδυασμένης ονοματολογίας (HS) και συνεπώς μάλλον αφορά το εμπορικό προϊόν φυσικό κόμμι (π.χ. αραβικό κόμμι). Επιπλέον η δεύτερη επιλογή σου είναι μάλλον ορθογραφικό λάθος. --FocalPoint (συζήτηση) 09:11, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)
Ναι, παραγωγή λάκας, φυσικών κόμμεων, ρητινών, κομμεορητινών και βάλσαμων--Costaud (συζήτηση) 09:18, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)

λιθόκοκκος ή μόνο λιθόκοκκο[επεξεργασία]

μήπως απαντάται μόνο ως ουδέτερο;--Costaud (συζήτηση) 09:02, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)

εμπόριο χονδραδιών βαμβακιού[επεξεργασία]

το χονδραδιών από που βγαίνει; Από το χονδράδι; --Costaud (συζήτηση) 09:31, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)

Noodles[επεξεργασία]

Κάτι που έμαθα πρόσφατα και είμαι σίγουρος πως θα σας αρέσει. Το ξέρατε ότι τα noodles στα ελληνικά είναι τα ρυζομακάρονα;--Costaud (συζήτηση) 09:39, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)

Όχι ακριβώς, αν και ίσως υπάρχει αυτή η εντύπωση. Κανονικά, τα ρυζομακάρονα είναι τα rice noodles. Τα noodles είναι βασικά "μακαρόνια", γενικά, των χωρών της Ανατολής, τύπος ζυμαρικού, όχι μόνο από αλεύρι ρυζιού, μολονότι πολλοί τα ταυτίζουν με του ρυζιού, δηλ. για πολλούς noodles = rice noodles, επειδή ενδεχομένως είναι τα πιο διαδεδομένα. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 10:19, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)
ωωωωωω. Υποκλίνομαι--Costaud (συζήτηση) 11:00, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)

θηλειωτών[επεξεργασία]

ποια είναι η ονομαστική--Costaud (συζήτηση) 20:27, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)

στροφόπτωτων[επεξεργασία]

υπάρχει το στροφόπτωτος;--Costaud (συζήτηση) 20:29, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)

ρεπρογραφικών[επεξεργασία]

από που βγαίνει;--Costaud (συζήτηση) 21:16, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)

οξομεταλλικός και υπεροξομεταλλικός[επεξεργασία]

υπάρχουν;--Costaud (συζήτηση) 22:38, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)

παρκοκάρτα[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 23:39, 25 Μαρτίου 2020 (UTC)

μπαμπάτσικο ή μπαμπάτσικος[επεξεργασία]

ποιο ισχύει;--Costaud (συζήτηση) 00:22, 26 Μαρτίου 2020 (UTC)

γίννος[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 12:41, 26 Μαρτίου 2020 (UTC)

Ναι, στα αρχαία. Βλ. και en:γίννος. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 14:02, 26 Μαρτίου 2020 (UTC)
Τα σέβη μου--Costaud (συζήτηση) 16:36, 28 Μαρτίου 2020 (UTC)

γουάβα ή γκουάβα;[επεξεργασία]

ποια είναι η σωστή ορθογραφία;--Costaud (συζήτηση) 12:42, 26 Μαρτίου 2020 (UTC)

[12]. --Τροπικός (συζήτηση) 05:31, 10 Μαΐου 2020 (UTC)

μονόινα ή μονοίνα;[επεξεργασία]

ποιο;--Costaud (συζήτηση) 12:45, 26 Μαρτίου 2020 (UTC)

Από το μονή/μία + ίνα, μονόινος -η, -ο, που είναι φτιαγμένος με μια, ενιαία ίνα (=όχι από πολλές πλεγμένες μεταξύ τους), πχ. μονόινο νήμα. Δεν πρέπει να συγχέεται με το μονόυνο, με ένα υνί, ίσως μόνο στο ουδέτερο, μονόυνο άροτρο (πρβ. δίυνο άροτρο). ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 14:21, 26 Μαρτίου 2020 (UTC)
πολύ ενδιαφέρον, Χαλκ!--Costaud (συζήτηση) 16:35, 28 Μαρτίου 2020 (UTC)

νευρογενής[επεξεργασία]

en=neurogenic — Saltmarsh. 09:39, 28 Μαρτίου 2020 (UTC)

Καλώς μας ήρθατε ☏ Saltmarsh. Hello boss! ‑‑Sarri.greek  | 09:47, 28 Μαρτίου 2020 (UTC)
Hi Saltmarsh, as you are a visitor here you have preferential treatment (as it is traditionally due to a ξένος), our friend Sarri.greek, made it immediately. --FocalPoint (συζήτηση) 09:50, 28 Μαρτίου 2020 (UTC)
☏ FocalPoint! Let me introduce my mentor, my teacher and my administrator in en.wiktionary: Saltmarsh, Salt! this is the Focal Point of greek Wikipedia and wiktionary! ‑‑Sarri.greek  | 09:55, 28 Μαρτίου 2020 (UTC)
Sarri.greek, we know each other already from en-wikt :) --FocalPoint (συζήτηση) 09:58, 28 Μαρτίου 2020 (UTC)
☏ FocalPoint · Sarri.greek Ευχαριστώ, especially for answering in English. I usually only venture here to enter English translations! — Saltmarsh. 15:05, 28 Μαρτίου 2020 (UTC)

supervisor[επεξεργασία]

Κάτι που σκέφτηκα. Πώς και ο super - visor μεταφράζεται ως επιβλέπων και όχι ως υπερόπτης; Φιλοσοφικό το θέμα.--Costaud (συζήτηση) 12:35, 28 Μαρτίου 2020 (UTC)

τρολλάρεις πάλι Costaud :) :) :) --FocalPoint (συζήτηση) 12:47, 28 Μαρτίου 2020 (UTC)
η ίδια η γλώσσα μάς τρολλάρει όλους, FocalPoint. χαχαχα --Costaud (συζήτηση) 13:02, 28 Μαρτίου 2020 (UTC)
☏ Costaud μ' αρέσουν οι ερωτήσεις σας! Και ποτέ δεν έχω απάντηση. Κάτι, με τη μετάφραση του λατινικού super, του pro σε σχέση με το επί, με το υπέρ. Έχουμε και λέμε: αυτόπτης, επόπτης, υπερόπτης. επιβλέπων. Υπάρχει και ο ἐφορῶν. οψόμεθα! ‑‑Sarri.greek  | 14:30, 28 Μαρτίου 2020 (UTC)
μην αγχώνεστε αγαπητή μου, ούτε εγώ έχω την απάντηση στις ερωτήσεις μου για αυτό απευθύνομαι στους καλύτερούς μου. Όλους εσάς και τις γνώσεις σας.--Costaud (συζήτηση) 16:35, 28 Μαρτίου 2020 (UTC)

κρυόφτωχος ή κρυόπτωχος[επεξεργασία]

Υπάρχει; --Costaud (συζήτηση) 16:58, 28 Μαρτίου 2020 (UTC)

γκίζα[επεξεργασία]

έχω ακούσει ότι είναι τυρί π.χ. γκίζα Δωδώνης. Υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 12:25, 29 Μαρτίου 2020 (UTC)

Βρήκα: «Γκίζα» στα βλάχικα ονομάζεται η μυζήθρα. --FocalPoint (συζήτηση) 18:54, 31 Μαρτίου 2020 (UTC)
Απλά, ανεπανάληπτος--Costaud (συζήτηση) 18:57, 31 Μαρτίου 2020 (UTC)

κοκούνιγκ ή κοκούνινγκ[επεξεργασία]

ποιο είναι το ορθό;--Costaud (συζήτηση) 23:06, 30 Μαρτίου 2020 (UTC)

κορωνομόλογο[επεξεργασία]

γνώμη;--Costaud (συζήτηση) 23:07, 30 Μαρτίου 2020 (UTC)

Νεολογισμός, με τόσο εκτεταμένη χρήση, η οποία, κατά τη γνώμη μου, δικαιολογεί την συμπερίληψή του στο Βικιλεξικό. --FocalPoint (συζήτηση) 19:01, 31 Μαρτίου 2020 (UTC)
γκουντ--Costaud (συζήτηση) 21:54, 4 Απριλίου 2020 (UTC)
☏ Costaud Κυκλοφορούν διάφορες εκδοχές ταυτόχρονα, όπως "κορονομόλογο", "κορωνοομόλογο" και "κορονοομόλογο". Προφανώς ο κάθε δημοσιογράφος το γράφει όπως νομίζει. Aπόδοση του "corona bond(s)". ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 08:12, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

τριφονιών;[επεξεργασία]

κατασκευή τριφονιών, από πού βγαίνει;--Costaud (συζήτηση) 11:18, 31 Μαρτίου 2020 (UTC)

Costaud, πιστεύω ότι βγαίνει από λάθος, το σωστό πρέπει να είναι στριφονιών. --FocalPoint (συζήτηση) 18:42, 31 Μαρτίου 2020 (UTC)
Καλή παρατήρηση, FocalPoint.--Costaud (συζήτηση) 18:55, 31 Μαρτίου 2020 (UTC)

σταφιδοκιβώτιο[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 09:58, 1 Απριλίου 2020 (UTC)

Τσ' είδγει γειτονιά κι πουσπουρίζ[επεξεργασία]

Το πουσπουρίζ τι σημαίνει; Είναι από θρακιώτικο τραγούδι, το Το Μαργούδι κι Αλεξανδρής.--Costaud (συζήτηση) 14:56, 1 Απριλίου 2020 (UTC)

☏ Costaud: πουσπουρίζω = ψιθυρίζω, μιλάω σιγανά ή στα κρυφά· μάλλον ηχομιμητικό, πους-πους κατά το ψου-ψου. Είναι ποντιακή διάλεκτος. Νομίζω ότι απαντά και ο τύπος πουστουρίζω. Ψάξε το. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 00:43, 10 Μαΐου 2020 (UTC)
ΥΓ. Βρήκα αυτό: "πουσπουρίζω 'flüstern’ (vgl. pontisch πουσπουρίζω, πουστουρίζω 'ds.’)" [13], οπότε πράγματι έτσι είναι. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 00:53, 10 Μαΐου 2020 (UTC)
Ό,τι και να πω είναι λίγο. Εύγε--Costaud (συζήτηση) 11:13, 10 Μαΐου 2020 (UTC)

συμπαινοβγαίνω[επεξεργασία]

Δεν το βρήκα πουθενά, αλλά είναι από παραδοσιακό τραγούδι της Μακεδονίας, το Απάνω στην τριανταφυλλιά--Costaud (συζήτηση) 14:58, 1 Απριλίου 2020 (UTC)

κοντοκαρτερώ[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 15:18, 1 Απριλίου 2020 (UTC)

λαγάω; λάλαγα < λαλώ[επεξεργασία]

Υπάρχει; Έχω ακούσει από τσέλιγγα: τη φλογέρα λάγαγα ή λάναγα δεν είμαι σίγουρος--Costaud (συζήτηση) 21:33, 2 Απριλίου 2020 (UTC)

Παρακούσατε, αγαπητέ :) Ο βοσκός είπε προφανώς: τη φλογέρα λάλαγα, όπου χρησιμοποιείται ο προφορικός παρατατικός τού λαλώ (αντί του συνήθους λαλούσα). Ευχαριστώ. Dr Moshe (συζήτηση) 11:12, 4 Απριλίου 2020 (UTC)
Ευχαριστώ Δρ.--Costaud (συζήτηση) 21:53, 4 Απριλίου 2020 (UTC)
To γλαγάω το έχουμε, αλλά με ορισμό που δεν έστεκε, αφού είναι ρήμα. Το διόρθωσα με αυτό που βρήκα εδώ.--FocalPoint (συζήτηση) 17:05, 3 Απριλίου 2020 (UTC)

Και πάμε στα παραλειπόμενα: Τον τσέλιγκα που τον βρήκες; Ο τσέλιγκας τι έκανε με τη φλογέρα; Κανένα τυρί αγόρασες; :) --FocalPoint (συζήτηση) 17:05, 3 Απριλίου 2020 (UTC)

Φοκάλ, εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=ANwWtLUjDek--Costaud (συζήτηση) 21:53, 4 Απριλίου 2020 (UTC)

ΑΥΟικΕργ[επεξεργασία]

τι είναι;--Costaud (συζήτηση) 14:28, 3 Απριλίου 2020 (UTC)

Απόφαση Υπουργείων Οικονομικών και Εργασίας. Σπάνιος όρος, καθώς αναφέρεται συνήθως μόνο στην περίπτωση 1-2 πολύ παλιών σχετικών αποφάσεων. Βασικά είναι στη δοσμένη λογική συντομογραφιών του ΑΥ=απόφαση υπουργείου/ων + αρχικά του υπουργείου/των υπουργείων. Εννοείται ότι μπορεί έτσι να προκύπτουν (συνδυαστικά) πολλά αποτελέσματα, ανάλογα με τις μεταβλητές. Συνήθως για αυτού του τύπου αποφάσεις, πολλών υπουργείων χρησιμοποιείται (πλέον) το ΚΥΑ (κοινή υπουργική απόφαση). ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 06:39, 8 Απριλίου 2020 (UTC)
Υπέροχος--Costaud (συζήτηση) 10:34, 9 Απριλίου 2020 (UTC)

άτη[επεξεργασία]

είναι με κεφαλαίο ή μικρό; Από ύβρις > άτη > νέμεση > τίση.--Costaud (συζήτηση) 20:35, 6 Απριλίου 2020 (UTC)

Βασικά και τα δύο. Η άτη (ἂτη) ως λέξη σημαίνει τη σύγχυσιν φρενών, από όπου ως προσωποποίηση της σχετικής "βλάβης" προκύπτει η θεότητα που γράφεται συνήθως με κεφαλαίο, Άτη (Ἄτη). Βλ. σχετικά w:Άτη στη ΒΠ, όπου η τεκμηρίωση και παραθέματα. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 06:30, 8 Απριλίου 2020 (UTC)
Ευχαριστώ, Χαλκ--Costaud (συζήτηση) 10:33, 9 Απριλίου 2020 (UTC)

την παντέρμη μου κρατώ[επεξεργασία]

παντέρμη τι σημαίνει;--Costaud (συζήτηση) 21:26, 7 Απριλίου 2020 (UTC)

Βλ. παντέρημος. Παντέρμη = παντέρημη = θηλ. του παντέρμος, άλλη μορφή του παντέρημος, κάπως "πιο λαϊκή", "πιο προφορική", "πιο ιδιωματική" ίσως. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 06:34, 8 Απριλίου 2020 (UTC)
έχει μήπως και χυδαίο χαρακτηρισμό. Το είχα ακούσει από κρητικό--Costaud (συζήτηση) 10:33, 9 Απριλίου 2020 (UTC)
Παντέρμος είναι ο κακομοίρης, αυτός που έχει αποξενωθεί από όλους και έχει μείνει ολομόναχος. Πολλές φορές μάλιστα οι Κρητικοί αποκαλούν <<παντέρμη>> την τσουτσούνα τους. --ΒΑΚΑ2020 (συζήτηση) 09:23, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

βιοπετρέλαιο[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 10:32, 9 Απριλίου 2020 (UTC)

Ο μέσος[επεξεργασία]

Ο μέσος η μέσα το μέσο

δείτε τη λέξη  μέσος--Costaud (συζήτηση) 15:17, 12 Απριλίου 2020 (UTC)

λουάου[επεξεργασία]

ΣΗΜΑΣΙΑ Το λουάου μια κίνηση του χεριού και του σώματος που επαναλαμβάνεται, είναι ένας χαβανέζικος χορός που χορεύεται στη Χαβάη από ανθρώπους που φορούν ψάθινες φούστες και χρωματιστά λουλουδένια κολιέ , ο χορός χορεύεται στην παραλία δίπλα στην θάλασσα.

δείτε τη λέξη  λουάου--Costaud (συζήτηση) 15:18, 12 Απριλίου 2020 (UTC)

πόκε, άνασσα και παστάς: τι σημαίνουν;[επεξεργασία]

Από:

Αγνή Παρθένε Δέσποινα
Άχραντε Θεοτόκε
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Παρθένε Μήτηρ Άνασσα
Πανένδροσε τε πόκε
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε--Costaud (συζήτηση) 21:56, 9 Απριλίου 2020 (UTC)
Χαίρε ειρήνη και χαρά
λιμήν της σωτηρίας
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε
Παστάς του Λόγου ιερά
άνθος της αφθαρσίας
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε--Costaud (συζήτηση) 22:01, 9 Απριλίου 2020 (UTC)

Costaud, σε ευχαριστούμε που μας έφερες ένα μικρό κομματάκι των Χαιρετισμών στο ταπεινό μας Βικιλεξικό σπίτι.

  • Ο άναξ είναι ο βασιλιάς και άνασσα είναι η βασίλισσα.
  • Πανένδροσος είναι η γεμάτη δροσιά όπως η πανένδοξος, γεμάτη δόξα και
  • πόκε η κλητική του πόκος, εκτός από τους κατά λέξη ορισμούς που έχει το λήμμα, το μαλλί προβάτου είναι και το μάλλινο απλό ύφασμα που προκύπτει, η τσόχα, ο κετσές, θα το απέδιδα (ελεύθερη απόδοση) ως κάπα βοσκού.
  • τη λέξη παστάς, παστάδα την έχουμε, αλλά η ανάλυση εδώ ίσως θα σου αρέσει

Η απόδοση στα νέα ελληνικά, δια χειρός FocalPoint:

Αγνή Παρθένα Δέσποινα
Αμόλυντη μητέρα θεού
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Παρθένα, Μητέρα, Βασίλισσα,
Κάπα βοσκού, καλυμμένη με δροσιά
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Χαίρε ειρήνη και χαρά
λιμάνι της σωτηρίας
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
νυφικό κρεβάτι του Λόγου ιερή
άνθος της αφθαρσίας
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε

Σε ευχαριστώ και πάλι αγαπητέ Costaud. Να είσαι καλά και εσύ και όλοι οι συνεισφέροντες στο Βικιλεξικό. --FocalPoint (συζήτηση) 23:09, 9 Απριλίου 2020 (UTC)

☏ FocalPoint Έγινε υπέροχα, απλά υπέροχα. Καλό Πάσχα να έχεις. Σκέφτηκα ότι τουλάχιστον οι γνωστοί επιτάφιοι ύμνοι θα έπρεπε να είναι προσιτοί στον φιλομαθή. Αύριο θα βάλω άγνωστε λέξεις από αναστάσιμους ύμνους--Costaud (συζήτηση) 23:21, 9 Απριλίου 2020 (UTC)

Απρίλιος, 9[επεξεργασία]

Αγαπημένε μας ☏ Costaud, συγχωρέστε μου τη σύμπτυξη, αλλά μου φάνηκε λίγο πιο ευκολαπάντητο και οικονομικό. ‑‑Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

1 - εξεπλήττοντο

  • Η ζωή εν τάφο, κατετέθης Χριστέ και αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο. Τι σημαίνει; (Άγνωστε αι βουλαί κυρίου, άγνωστε για μένα και του τροπαρίου)--Costaud (συζήτηση) 22:09, 9 Απριλίου 2020 (UTC)
ἐκπλήσσω ἐκπλήσσομαι ή με δύο ττ εξεπληττόμην = εγώ εκδιωκόμουνα/σάστιζα/, εξεπλήττοντο = σάστιζαν, είχαν κατάπληξη. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

2 - ανιστώ

  • εκ μνημάτων τους θανόντας ανιστών, τι σημαίνει;--Costaud (συζήτηση) 22:20, 9 Απριλίου 2020 (UTC)
ἀνίστημι κάνω να σταθεί όρθιο ἀνιστάς = αυτός που σηκώνει όρθιο. Το ἀνιστών δεν το ξέρω. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

3 - ώλεσα

  • η ζωή εν τάφο, κατετέθης Χριστέ, και θανάτω σου τον θάνατον ώλεσας από πού βγαίνει;--Costaud (συζήτηση) 22:25, 9 Απριλίου 2020 (UTC)
ὄλλυμι καταστρέφω / αφανίζομαι. Αόριστος: εγώ ὤλεσα, εσύ ὤλεσας = εσύ κατέστρεψεσ. ὀλέσας = αυτός που αφανίστηκε. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

4 - πτερνιστού

  • Δεν υπάρχει γούγλι αλλά είναι από τη ζωή εν τάφο:
  • :ελογίσθης δικαιών ημάς άπαντας, κακοργίας του αρχαίου πτερνιστού. με περιστωμένη.--Costaud (συζήτηση) 22:28, 9 Απριλίου 2020 (UTC)
πτερνιστής = αυτός που σκοντάφτει ή αυτός που κάνει λάθος ή κάνει άλλον να κάνει λάθος. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

5 - κάλλω

  • ο ωραίος κάλλει παρά πάντα βροτούς--Costaud (συζήτηση) 22:34, 9 Απριλίου 2020 (UTC)
το κάλλος, δοτική τῷ κάλλει (στο κάλλος, στην ομορφιά). Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

6 - κατακρύβω

  • τάφω πως εν σκοτεινώ κατακέκρυψε--Costaud (συζήτηση) 22:36, 9 Απριλίου 2020 (UTC)
κατακρύπτω, κατέκρυψα = συγκάλυψα, απέκρυψα. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

7 - χερσί

  • κηδευόμενος χερσί του Ιωσήφ--Costaud (συζήτηση) 22:39, 9 Απριλίου 2020 (UTC)
η χείρ (το χέρι} δοτική πληθ χερσί(ν) στα χέρια. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

8 - επεγνώσθω

  • είμαι τρελός σπάμμερ σήμερα.
  • :επεγνώσθης πάση κτίσει Ιησού--Costaud (συζήτηση) 22:43, 9 Απριλίου 2020 (UTC)
ἐπιγιγνώσκω = γίνομαι μάρτυρας, παρατηρώ / επιδοκιμάζω, εγκρίνω. Παθητικός αόριστος ἐπεγνώσθην. Εσύ ἐπεγνώσθης. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

9 - ρυσθείς ή ρυσθής

  • την απάθειαν ρυσθέντες της φθοράς--Costaud (συζήτηση) 22:49, 9 Απριλίου 2020 (UTC)
ῥυσθέντες από ρυσθείς του ῥύομαι = ἐρύω = σέρνω μακριά / έλκω / αναχαιτίζω. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

10 - εξαστράψεια

  • και συ δ΄ αναστάς εξαστράψειας--Costaud (συζήτηση) 22:51, 9 Απριλίου 2020 (UTC)
ἐξαστράπτω = αστράφτω σαν αστραπή -'αψειας ή -άψαις είναι β' πρόσωπο ευκτικής αορίστου. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

11 - ενεκρώνω

  • εκ σταυρό ταθείς ουκ ενέκρωσας--Costaud (συζήτηση) 22:52, 9 Απριλίου 2020 (UTC)
νεκρόω/νεκρῶ, εγώ ἐνέκρωσα (νέκρωσα) εσύ ἐνέκρωσας = νέκρωσες. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

12 - υπερλάμπω

νὑπερλάμπω, λάμψας = μετοχή, αυτός που έλαμψε. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

13 - τετρωμένος

  • τετρωμένος την πλευράν σου λόγε--Costaud (συζήτηση) 22:58, 9 Απριλίου 2020 (UTC)
τιτρώσκω = βλάπτω πλητώνω τέτρωμαι = έχω βλαφτεί, τετρωμένος = που έχει πληγωθεί, βλαφτεί, που έχει τρωθεί. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

14 - ανεκφοίτητος

  • ανεκφοίτητος μείνας, οικτίρμον--Costaud (συζήτηση) 23:00, 9 Απριλίου 2020 (UTC)
ἀνεκφοίτητος = που δεν προέρχεται από, αδιαχώριστος. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

15 - καθελών

  • καθελών του ξύλου ο Αριμαθαίας εν τάφω σε κηδεύει--Costaud (συζήτηση) 23:03, 9 Απριλίου 2020 (UTC)
καθαιρέω/καθαιρῶ = κατεβάζω. Αόριστος καθ-εἷλον = κατέβασα, καθελών (καθ-ἑλών) = αυτός που κατέβασε. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

16 - προφρόνως

  • μύρα συ Χριστέ μου κομίζουσαι προφρόνως--Costaud (συζήτηση) 23:04, 9 Απριλίου 2020 (UTC)
προφρόνως επίρρημα του πρόφρων = ένθερμος, αυτός που έχει πρόθυμη ψυχή.Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

17 - προσοίσω

προφέρω= φέρνω / προφέρω / παρουσιάζω / φέρω, μέλλων οἴσω προοίσω θα φέρω κλπ. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

18 - τρισμάκαρ

  • Ιωσήφ τρισμάκαρ... από το αναστάσιμο: αι γενεαί πάσαι--Costaud (συζήτηση) 23:07, 9 Απριλίου 2020 (UTC)
τρίσμακαρ, επίσης τρισμακάριος και τρισμακάριστος Τρεις φορές μακαριστός, πολύ μακαριστός. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

19 - κινώ την πτέρνα

  • τι σημαίνει η έκφραση.
    Ους έθρεψε το μάννα, εκίνησεν την πτέρναν, κατά του ευερέτου--Costaud (συζήτηση) 23:10, 9 Απριλίου 2020 (UTC)
Αν το "εκίνησεν την πτέρναν" σημαίνει "κλώτσησε", όπως νομίζω, τότε η φράση δηλώνει την αχαριστία, την αγνωμοσύνη, κάτι σαν "δάγκωσαν το χέρι που τους τάισε". ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 08:24, 10 Απριλίου 2020 (UTC)
ΥΓ. ☏ Costaud Είναι ευεργέτου, όχι "ευερέτου". ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 08:30, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

20 - προφητοκτόνος

  • ω της παραφροσύνης, και της Χριστοκτονίας, της των προφητοκτόνων. Το προφητοκτόνων είναι σπάνιο για αυτό το βάζω--Costaud (συζήτηση) 23:13, 9 Απριλίου 2020 (UTC)
αυτό δεν το βρήκα, αλλά καταλαβαίνω 'αυτός που σκοτώνει προφήτες'. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

21 - ρύστης

  • τον ρύστην ο πωλήσας, αιχμάλωτος κατέστη, ο δόλιος Ιούδας--Costaud (συζήτηση) 23:15, 9 Απριλίου 2020 (UTC)
ῥύστης ο σωτήρας. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

22 - συνεκινώ

  • θρήνον συνεκίνει η παναγνός σου μήτηρ--Costaud (συζήτηση) 23:18, 9 Απριλίου 2020 (UTC)
συγκινέω/συγκινῶ ανακινώ μαζί, συγκινώ, συνταράσσω. συνεκίνει = συν-κινούσε, συντάραζε. Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

23 - εστώτας

  • και μετά τούτον είδον τέσσαρας αγγέλους εστώτας επί τας τέσσαρας γωνίας της γης--Costaud (συζήτηση) 23:33, 9 Απριλίου 2020 (UTC)
τους ἑστῶτας = αυτούς που είχαν στήσει (ο ἑστώς, μετοχή παρακειμένου του ἵστημι). Sarri.greek  | 09:09, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

24 - ειστήκησαν

  • και πάντες οι άγγελοι ειστήκησαν κύκλω του θρόνου και των πρεσβυτέρων και τωντ εσσάρων ζώων--Costaud (συζήτηση) 23:36, 9 Απριλίου 2020 (UTC)
Η σωστή γραφή: εἱστήκεισαν, γ΄ πληθυντικό πρόσωπο υπερσυντελίκου τού ἵσταμαι (αντί του κλασικού εἱστήκεσαν). Στην ελληνιστική Κοινή ο τύπος υποτακτικής παρακειμένου ἑστήκω είχε ενίοτε χρησιμοποιηθεί ως ενεστώτας, με αποτέλεσμα οι τύποι τού υπερσυντελίκου να θεωρούνται απλώς παρελθοντικοί (όχι συντελεσμένοι). Ευχαριστώ. Dr Moshe (συζήτηση) 09:45, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

25 - είρηκα

  • και είρηκα αυτώ. κύριέ μου συ είδας και ειπέ μοι--Costaud (συζήτηση) 23:37, 9 Απριλίου 2020 (UTC)
Αγαπητέ, οι τρεις τελευταίες φράσεις που παραθέσατε είναι από την Αποκάλυψη του Ιωάννου (συγκεκριμένα από το κεφάλαιο 7) και μπορείτε να βρείτε αξιόπιστες μεταφράσεις τόσο της Κ.Δ. όσο και του τελευταίου της βιβλίου· ορισμένες μάλιστα έχουν αντικριστά το πρωτότυπο κείμενο και τη μετάφραση. Αν σας ενδιαφέρουν λογοτεχνικές αποδόσεις, τέτοιες είναι του Σεφέρη και του Ελύτη. Θα σας πρότεινα να μην καταχωρίζετε εδώ λέξεις που υπήρχαν και στην αρχαία Ελληνική (π.χ. ο παρακείμενος εἴρηκα, η μετοχή ἑστῶτας), οι οποίες βρίσκονται εύκολα στα λεξικά και στις γραμματικές, αλλά μόνο όσες αποτελούν ιδιομορφία τής ελληνιστικής Κοινής και δεν μπορούν να βρεθούν εύκολα αλλού προκαλώντας πραγματική δυσκολία (π.χ. εἱστήκεισαν). Ευχαριστώ. Dr Moshe (συζήτηση) 09:03, 10 Απριλίου 2020 (UTC)
Έγινε Τέλεια, τη χάρη του θεού να έχετε, Δρ Μος, Σαρρή και Χαλκ. Οργανωμένα και νοικοκυρεμένα. Δεν ξέρω πως να σάς ευχαριστήσω--Costaud (συζήτηση) 09:14, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

πολυβοτείρης[επεξεργασία]

τι σημαίνει;--Costaud (συζήτηση) 09:42, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

παγκρατέοντας[επεξεργασία]

υπάρχει; Το έχω ακούσει ως παντοκράτορας--Costaud (συζήτηση) 09:47, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

πόμα, ομβρήσαντος, θεηγόρος, διαπρυσίως, προσοίσομεν, πεπεδημένος & τερατουργούμενος[επεξεργασία]

δεύτε πόμα πίωμεν καινόν--Costaud (συζήτηση) 14:38, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

ουκ εκ πέτρας τερατουργούμενον--Costaud (συζήτηση) 14:39, 10 Απριλίου 2020 (UTC)
εκ τάφου ομβρήσαντος Χριστού--Costaud (συζήτηση) 14:40, 10 Απριλίου 2020 (UTC)
επί της θείας φυλακής ο θεηγόρος Αββακούμ--Costaud (συζήτηση) 14:42, 10 Απριλίου 2020 (UTC)
φαεσφόρον άγγελον διαπρυσίως λέγοντα--Costaud (συζήτηση) 14:45, 10 Απριλίου 2020 (UTC)
και αντί μύρου τον ύμνον προσοίσομεν τω δεσπότη--Costaud (συζήτηση) 14:52, 10 Απριλίου 2020 (UTC)
κατόχους πεπεδημένων Χριστέ--Costaud (συζήτηση) 14:52, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

αποκυλίω, εκβεβλήκει, κακείνος, θεασάμενος, εγηγερμένος[επεξεργασία]

τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου, από το κατά μάρκον ευαγγέλιο --Costaud (συζήτηση) 14:59, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

αφ ης εκβεβλήκει επτά δαιμόνια--Costaud (συζήτηση) 15:02, 10 Απριλίου 2020 (UTC)
κακείνοι ακούσαντες ότι ζη και εθεάθη υπ'αυτής, υπίστησαν--Costaud (συζήτηση) 15:04, 10 Απριλίου 2020 (UTC)
ότι τοις θεασαμένοις αυτόν εγηγερμένων ουκ επίστευσαν--Costaud (συζήτηση) 15:14, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

εκτυπώτερος, εγήγερμαι, ενθέως, πύλας[επεξεργασία]

δίδου ημίν εκτυπώτερον σου μετασχείν εν τη ενεσπέρω ημέρα τη βασιλεία σου--Costaud (συζήτηση) 20:15, 10 Απριλίου 2020 (UTC)

Χριστός γαρ εγήγερται ευφροσύνην αιώνιος--Costaud (συζήτηση) 20:29, 10 Απριλίου 2020 (UTC)
ορώντες ευφραθώμεν ενθέως--Costaud (συζήτηση) 20:32, 10 Απριλίου 2020 (UTC)
Πάσχα το πύλας υμίν, του Παραδείσου ανοίξαν, Πάσχα πάντας αγιάζον Πιστούς

ἰσχυκότης & ζωόθυτος[επεξεργασία]

Ἰσχυκότες ἡττᾶσθε.
Ὅτι μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός.--Costaud (συζήτηση) 11:39, 11 Απριλίου 2020 (UTC)
Το ζωόθυτος δεν υπάρχει γούγλι αλλά δείτε: Χριστὸς τὸ καινὸν πάσχα, τὸ ζωόθυτον θῦμα, ἀμνὸς Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν κόσμου--Costaud (συζήτηση) 12:29, 11 Απριλίου 2020 (UTC)
☏ Costaud, ζωόθυτος.--sVlioras (συζήτηση) 14:37, 12 Απριλίου 2020 (UTC)
Έγινε ευχαριστώ πολύ--Costaud (συζήτηση) 15:13, 12 Απριλίου 2020 (UTC)

καταδιελόντι[επεξεργασία]

από πού βγαίνει;--Costaud (συζήτηση) 11:45, 11 Απριλίου 2020 (UTC)

☏ Costaud, καταδιελών.--sVlioras (συζήτηση) 14:27, 12 Απριλίου 2020 (UTC)
Έγινε, όλα τα καλά του θεού--Costaud (συζήτηση) 15:14, 12 Απριλίου 2020 (UTC)

περιουσιασμός[επεξεργασία]

τι σημαίνει;--Costaud (συζήτηση) 11:50, 11 Απριλίου 2020 (UTC)

☏ Costaud, περιουσιασμός. --sVlioras (συζήτηση) 14:21, 12 Απριλίου 2020 (UTC)
ΈγινεΚαλό Πάσχα--Costaud (συζήτηση) 15:14, 12 Απριλίου 2020 (UTC)

περιτίθεμαι -> περιτίθημι[επεξεργασία]

δεν υπάρχει γούγλι, αλλά: Στέφανον ἐξ ἀκανθῶν περιτίθεται, ὁ τῶν Ἀγγέλων Βασιλεύς--Costaud (συζήτηση) 13:04, 11 Απριλίου 2020 (UTC)

Βλ. περιτίθημι [14]. Συνώνυμο το περιθέτω. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 07:32, 12 Απριλίου 2020 (UTC)
Καλό πάσχα, ξεκούραση και υγεία, Χαλκ--Costaud (συζήτηση) 14:10, 12 Απριλίου 2020 (UTC)

συνταφής -> συνταφείς[επεξεργασία]

Συνταφέντες σοι διὰ τοῦ Βαπτίσματος--Costaud (συζήτηση) 13:10, 12 Απριλίου 2020 (UTC)

συνταφείς. --sVlioras (συζήτηση) 14:15, 12 Απριλίου 2020 (UTC)
Έγινε υγεία, ευημερία, επιτυχία, αγαπητέ μας Svliora--Costaud (συζήτηση) 15:12, 12 Απριλίου 2020 (UTC)

ράσκολ ρασκόλ[επεξεργασία]

είναι το σχίσμα της ρωσικής εκκλησία. Το βάζουμε;--Costaud (συζήτηση) 10:18, 13 Απριλίου 2020 (UTC)

οπαδοί είναι οι Ρασκόλνικοι σαν τους δικούς μας παλαιοημερολογήτες--Costaud (συζήτηση) 10:20, 13 Απριλίου 2020 (UTC)
☏ Costaud Υπάρχει κάποια χρήση στα ελληνικά (btw είναι ρασκόλ), μάλλον σπάνια και κυρίως σε μπλογκ οι πιο πρόσφατες αναφορές, μολονότι δε λείπουν και μερικές πιο "σοβαρές". Γράφεται "ρασκόλ", αλλά και "Ρασκόλ" (με κεφαλαίο αρχικό), τις πιο πολλές φορές ως ουδέτερο. Συνηθέστερο νομίζω είναι το ρασκόλνικοι / Ρασκόλνικοι. Είναι υποψηφιότητες για άρθρα. Επίσης, υπάρχει και το επώνυμο Ρασκόλνικοφ / Ρασκόλνικωφ. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 12:48, 13 Απριλίου 2020 (UTC)
ευχαριστώ Χαλκ, μια ερώτηση. Ο Ρασκόλνικοφ είναι κανονικό ρωσικό επώνυμο ή φανταστικό από τον Ντοστογιέφσκι;--Costaud (συζήτηση) 13:15, 13 Απριλίου 2020 (UTC)
☏ Costaud Φανταστικό μεν στον Ντοστογιέφσκι, με υπαρκτή όμως χρήση αργότερα ως ψευδώνυμο επώνυμο (ας πούμε nome de guerre) που καθιερώθηκε ως "κανονικό" του, από έναν επιφανή Μπολσεβίκο επαναστάτη (w:ru:Федор Федорович Раскольников), πολιτικό και διπλωμάτη (κατά τα Λένιν, Τρότσκι, Στάλιν κλπ). Δεν είναι δηλαδή ακριβώς "κανονικό", είναι όμως υπαρκτό και ιστορικά, εκτός από λογοτεχνικά. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 15:48, 13 Απριλίου 2020 (UTC)
☏ Chalk19, ενδιαφέρον. Δε διαφωνώ. Κατά μια έννοια έτσι πέρασε και η λέξη παπατρέχας--Costaud (συζήτηση) 15:50, 14 Απριλίου 2020 (UTC)

Aγλώχαρτος (Ἀγλώχαρτος)[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 13:25, 13 Απριλίου 2020 (UTC)

ιερέας της Ακρόπολης της Λίνδου

  • s:de:RE:Aglochartos
  • θαλερὸς ἔμεν οἶκος χῶρος καρπογόνους δερκόμενοις σκοπέλους· ἄνθεμα γὰρ τόδε λαρὸν Ἀθηναίῃ πόρεν ἱρεὺς Ἀγλώχαρτος , Ελληνική Ανθολογία 15.11 ([15])
  • [εἱρεύς] <τ’> Ἀγλώχαρτος ἐλαίαις στέψεν Ἀθήνη[ν] [κ]αὶ τέμεν̣[ος] κόσμησεν ἄκρης ἡδύχροϊ θαλλῷ ([16])

--FocalPoint (συζήτηση) 06:43, 10 Μαΐου 2020 (UTC)

Να 'σαι πάντοτε καλά--Costaud (συζήτηση) 13:34, 10 Μαΐου 2020 (UTC)

βαλαντιητόμος[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 18:59, 14 Απριλίου 2020 (UTC)

τοιχοδιφήτορας[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 19:01, 14 Απριλίου 2020 (UTC)

πανζωοτικός[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 19:36, 14 Απριλίου 2020 (UTC)

ηλεκκλησιασμός[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 03:39, 15 Απριλίου 2020 (UTC)

εραστός[επεξεργασία]

Βλέπε χρημάτων ἐραστά--Costaud (συζήτηση) 17:41, 15 Απριλίου 2020 (UTC)

Έγινε. <3 --Costaud (συζήτηση) 12:05, 19 Απριλίου 2020 (UTC)
Εντωμεταξύ, υπάρχει και το ἐραστός / ἐρατός!--sVlioras (συζήτηση) 12:25, 19 Απριλίου 2020 (UTC)
πολύ ενδιαφέρον--Costaud (συζήτηση) 12:35, 22 Απριλίου 2020 (UTC)

περιέλευση[επεξεργασία]

Θα ήθελα να σας παρακαλέσω να προσθέσετε την λέξη "περιέλευση". ανυπόγραφο σχόλιο του χρήστη 2a02:587:9c17:ae00:d581:8c12:acdb:31e1 (συζήτησησυνεισφορά) (UTC) 2020.04.19, 10:09.

Βεβαίως, επισκέπτη, καλημέρα σας και Χρόνια Πολλά. Θα το προσθέσουμε το περιέλευση. Επειδή είναι νομικός όρος, και κανείς μας δεν είναι νομικός, με κάθε προσοχή. Ευχαριστούμε. ‑‑Sarri.greek  | 10:38, 19 Απριλίου 2020 (UTC)


Καλησπέρα. Μπορείτε να την προσθέσετε και εσείς ο ίδιος. Δεν χρειάζεται να εγγραφείτε στο Βικιλεξικό για να γράψετε ένα νέο λήμμα. --ΒΑΚΑ2020 (συζήτηση) 10:18, 19 Απριλίου 2020 (UTC)

récupérer[επεξεργασία]

1. ανακυκλώνω, συλλέγω, μαζεύω

σακούρτελε[επεξεργασία]

από πού βγαίνει;--Costaud (συζήτηση) 13:53, 21 Απριλίου 2020 (UTC)

πιθανότατα από εδώ, νομίζω ότι δεν μπορεί να είναι λήμμα (χωρίς νόημα, ούτε και ιδιαίτερη χρήση). --FocalPoint (συζήτηση) 11:05, 20 Ιουνίου 2020 (UTC)

γιαουρτοσκόρδιον[επεξεργασία]

είναι όντως βυζαντινή λέξη;--Costaud (συζήτηση) 14:02, 21 Απριλίου 2020 (UTC)

Η λέξη (νεολογισμός και όχι βέβαια βυζαντινή) εισήχθη από την τηλεοπτική σειρά w:Κωνσταντίνου και Ελένης (1998-1999 και 1999-2000) με σενάριο από τον Χάρη Ρώμα και την Άννα Χατζησοφιά (άρα ένας από τους δυο ή ορθότερα και οι δυο είναι οι νονοί της λέξης), η οποία όμως έχει «πιάσει» (συνταγή, όνομα εστιατορίου, ακόμη και στο Βήμα Ορθοδοξίας!!!, περιγραφή άλλου φαγητού, διαιτητικές συμβουλές, άρα υπαρκτή. --FocalPoint (συζήτηση) 09:12, 10 Μαΐου 2020 (UTC)

Ναι, πραγματικά. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί "σκωπτική νεοκαθαρεύουσα". ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 09:41, 10 Μαΐου 2020 (UTC)

.. :) .. --FocalPoint (συζήτηση) 10:10, 10 Μαΐου 2020 (UTC)

ευχαριστώ τα φώτα σας--Costaud (συζήτηση) 13:35, 10 Μαΐου 2020 (UTC)

ευιλατεύω[επεξεργασία]

τι σημαίνει;--Costaud (συζήτηση) 00:12, 22 Απριλίου 2020 (UTC)

ἐμπιπλῶντας[επεξεργασία]

από πού βγαίνει;--Costaud (συζήτηση) 00:14, 22 Απριλίου 2020 (UTC)

παρακληθήσομαι[επεξεργασία]

από που βγαίνει;--Costaud (συζήτηση) 00:38, 22 Απριλίου 2020 (UTC)

αντεισαγάγω[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 00:39, 22 Απριλίου 2020 (UTC)

Ναι. Από το ἀντεισάγω. Νομίζω πως σημαίνει φέρω εμπρός με σκοπό την αντίκρουση -κάτι τέτοιο. Θέλει ψάξιμο σε παλιά λεξικά και κείμενα. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 23:03, 23 Απριλίου 2020 (UTC)
ενδιαφέρον!--Costaud (συζήτηση) 18:41, 25 Απριλίου 2020 (UTC)

μνήσθητι[επεξεργασία]

από πού βγαίνει;--Costaud (συζήτηση) 00:40, 22 Απριλίου 2020 (UTC)

εσερίχιος -> Εσερίχια[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 12:34, 22 Απριλίου 2020 (UTC)

Το υποθέτεις από το "w:Εσερίχια κόλι" (Escherichia coli) που προέρχεται από τον w:de:Theodor Escherich, από όπου και το είδος των βακτηρίων "Escherichia" ; Δε νομίζω να υπάρχει ως επίθετο, εκτός κι αν σε κάποιο παλιό βιβλίο ιατρικής ή βιολογίας απαντά κάτι σαν "το Εσερίχιον βακτήριον" (αλλά και πάλι μόνο στο ουδέτερο λογικά). ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 23:18, 23 Απριλίου 2020 (UTC)
Πολύ σωστά--Costaud (συζήτηση) 18:41, 25 Απριλίου 2020 (UTC)

Χρησιμοποιείται ως μεταγραφή του Escherichia, άρα θα έστεκε μόνο ως Εσερίχια. --FocalPoint (συζήτηση) 09:02, 10 Μαΐου 2020 (UTC)

συνθετοτρισόλβιος -> συνθετoτρισόλβιε[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 22:10, 23 Απριλίου 2020 (UTC)

Μάλλον όπως το τετρακτινοπύρσευτος, δηλ. "ποιητικό" δημιούργημα που συναντάμε άπαξ στην υμνολογία. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 22:50, 23 Απριλίου 2020 (UTC)
Ευχαριστώ--Costaud (συζήτηση) 18:41, 25 Απριλίου 2020 (UTC)

Συμφωνώ. Άπαξ λεγόμενον στους Χαιρετισμούς: Χαίρε Ξύλον ζωομύριστον, και θαυμάτων θησαυρέ χαίρε συνθετoτρισόλβιε, και χαρίτων παροχεύ. Μπορεί να περιληφθεί μόνο με τη μορφή που εμφανίζεται (συνθετoτρισόλβιε - να μην εφευρίσκουμε λέξεις που δεν είναι σε χρήση), μόνο με ένδειξη άπαξ λεγόμενον και με αναφορά στο κείμενο που βρίσκεται. --FocalPoint (συζήτηση) 08:54, 10 Μαΐου 2020 (UTC)

Σημειώνω εδώ το Εκκλησιαστικές λέξεις αθησαύριστοι, με σημείωση ότι είναι του Α. Παπαδόπουλου, Αθηνά, 54 (1950), 202-225. Θα το βάλω και στη Βικιλεξικό:Βιβλιοθήκη. --FocalPoint (συζήτηση) 10:50, 10 Μαΐου 2020 (UTC)

σεχτηκιάσανε[επεξεργασία]

από πού βγαίνει;--Costaud (συζήτηση) 22:09, 26 Απριλίου 2020 (UTC)

Μάλλον ποιητικός πρωτολογισμός του Μάνου Ελευθερίου, στο ποίημα (και τραγούδι) Μαλαματένια λόγια, γιατί δε το βλέπω αλλού. Δεν έχει ανεξάρτητες αναφορές. Μοιάζει να είναι από το χτικιάζω και του έλειπε μια συλλαβή από το μέτρο του ποιήματος την οποία πρόσθεσε χεράτα. --FocalPoint (συζήτηση) 08:44, 10 Μαΐου 2020 (UTC)

τα σεργιανά τα Σεργιανά[επεξεργασία]

υπάρχει και στον ενικό;--Costaud (συζήτηση) 22:10, 26 Απριλίου 2020 (UTC)

☏ Costaud Τί εννοείς "τα" ; Ρήμα είναι, σεργιανά = σεργιανάει (από το σεργιανάω). ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 18:04, 27 Απριλίου 2020 (UTC)

Costaud, είναι όνομα τοποθεσίας / οικισμού που αναφέρεται στο Χρονικό του Μωρέος [17]. Συνεπώς δεν υπάρχει στον ενικό (υπάρχει όμως το όνομα Σεργιανός). --FocalPoint (συζήτηση) 07:27, 10 Μαΐου 2020 (UTC)

Πολύ ενδιαφέρον! Μένω άφωνος--Costaud (συζήτηση) 11:12, 10 Μαΐου 2020 (UTC)

δυσωποῦμεv[επεξεργασία]

από πού βγαίνει;--Costaud (συζήτηση) 22:14, 26 Απριλίου 2020 (UTC)

από το δυσωπῶ (παρακαλώ έντονα, εκλιπαρώ και άλλα) (αδυσώπητος). --FocalPoint (συζήτηση) 07:20, 10 Μαΐου 2020 (UTC)

πυργοφρυκτώριο[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 10:02, 27 Απριλίου 2020 (UTC)

Δε νομίζω, υπάρχει το «πύργος - φρυκτώριο». --FocalPoint (συζήτηση) 07:17, 10 Μαΐου 2020 (UTC)

μεσιάζω[επεξεργασία]

Προσθηκη λέξης στο Βικιλεξικό

Θα ήθελα να προσθέσετε στο Βικιλεξικό τη λέξη Μεσιάζω

Σοφία και όφις[επεξεργασία]

δε μοιάζει η λέξη όφις να εμπεριέχεται στη λέξη σοφία; Δεν είναι τυχαίο πως και η Αθηνά έχει και το φίδι υπό την εποπτεία. Μπορεί και να λέω βλακείες αλλά αυτό σκέφτηκα.--Costaud (συζήτηση) 13:52, 27 Απριλίου 2020 (UTC)

Αλωπεκόννησος (Ἀλωπεκόννησος) Αλεπωκόνησσος[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 17:08, 27 Απριλίου 2020 (UTC)

☏ Costaud Μήπως εννοείς Αλωπεκόννησος (Ἀλωπεκόννησος) ; ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 17:59, 27 Απριλίου 2020 (UTC)
Άξιος, έκανα λάθος στην ορθογραφία--Costaud (συζήτηση) 18:32, 27 Απριλίου 2020 (UTC)

ζυγοκεφάλου[επεξεργασία]

από πού βγαίνει;--Costaud (συζήτηση) 01:06, 29 Απριλίου 2020 (UTC)

Φόρος επί Βυζαντίου, βρήκα να λέει σε ένα μπλογκ capitatio-jugatio, αλλά τι να λέμε, ανά κεφάλι είναι, και ζυγός ανεπιθύμητος όποιος φόρος. --FocalPoint (συζήτηση) 07:37, 9 Μαΐου 2020 (UTC)

δικύαλες[επεξεργασία]

ποιά είναι η ονομαστική;--Costaud (συζήτηση) 10:33, 3 Μαΐου 2020 (UTC)

Προφανώς είναι το (χωρίς χρήση) δικύαλος, αλλά καλύτερα να προτείνεις δημιουργία στον όρο που είναι σε χρήση «δικύαλες» (φαντάζομαι το βρήκες στις δικύαλες Διόπτρες Νυκτερινής Οράσεως - NVG). --FocalPoint (συζήτηση) 15:50, 8 Μαΐου 2020 (UTC)

Ναι είσαι μάγος και διαβάζεις τη σκέψη μου--Costaud (συζήτηση) 22:54, 8 Μαΐου 2020 (UTC)
Aυτό το "δικύαλες Διόπτρες" είναι κάπως περίεργο, αλλά εξηγείται πως το έγραψαν, μολονότι μάλλον άστοχο. Ίσως κάποιος το επινόησε σε αντιστοιχία με το "μονοκυάλι". Η διόπτρα και το "μονοκυάλι" δεν είναι αναγκαστικά κάτι άλλο. Υποθέτω ότι υπάρχει σε αυτήν την ανάρτηση μπέρδεμα όρων: "binocular" = κιάλια / κυάλια = (κυριολεκτικά) δυο σωλήνες - κιάλια, σε αντίθεση με το "monocular", "μονοκυάλι", και τη "διόπτρα" (ενικός), που δεν είναι το διπλό κιάλι, δηλ τα κιάλια (πληθ., διόπτρες = τα κλασικά κιάλια), αλλά ένα κυάλι που έχει βέβαια δυο φακούς (δια/μέσω του οποίου παρατηρούμε, εξού και ο δι-όπτρα), έναν σε κάθε άκρη, όχι δυο σωλήνες (κιάλια). Οι "δικύαλες Διόπτρες Νυκτερινής Οράσεως", λοιπόν, δεν πρέπει να είναι παρά τα "κιάλια Νυκτερινής Οράσεως" (Night Vision Binoculars), ενώ οι "μονοκύαλες Διόπτρες Νυκτερινής Οράσεως" (Night Vision Monoculars) τα "μονοκυάλια Νυκτερινής Οράσεως". Η σύγχυση οφείλεται στο ότι η λέξη "διόπτρες" μπορεί να σημαίνει τόσο τα κλασικά (διπλά) κιάλια, όσο και τις πολλές διόπτρες = διόπτρα + διόπτρα + διόπτρα ...., που κάθε μια (διόπτρα) είναι φυσικά ένα μονοκυάλι. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 17:32, 9 Μαΐου 2020 (UTC)
Πράγματι νεολογισμός των τμημάτων προμηθειών των ελληνικών Σωμάτων Ασφαλείας μονοκύαλες και δικύαλες διόπτρες. Συνεπώς:

Σε εμπορικό επίπεδο πωλούνται [18]

--FocalPoint (συζήτηση) 18:02, 9 Μαΐου 2020 (UTC)

φοβερός--Costaud (συζήτηση) 13:37, 10 Μαΐου 2020 (UTC)

αντιπεπόνθος ἀντιπεπονθός[επεξεργασία]

τι είναι;--Costaud (συζήτηση) 00:24, 5 Μαΐου 2020 (UTC)

ἀντιπεπονθός. --FocalPoint (συζήτηση) 15:48, 8 Μαΐου 2020 (UTC)

απλά υπέροχος--Costaud (συζήτηση) 22:55, 8 Μαΐου 2020 (UTC)

φλογοπύρωση[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 13:26, 5 Μαΐου 2020 (UTC)

δε βλέπω καμιά αναφορά. --FocalPoint (συζήτηση) 15:47, 8 Μαΐου 2020 (UTC)

χαρακτήριο[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 13:26, 5 Μαΐου 2020 (UTC)

Έχει λίγες αναφορές, αλλά μετρημένες... Ίσως υπαρκτό, ίσως όχι. --FocalPoint (συζήτηση) 15:47, 8 Μαΐου 2020 (UTC)

εφαρμογείο[επεξεργασία]

έχω ακούσει ότι ήταν ειδικότητα στα ναυπηγεία σκαραμαγκά. υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 13:27, 5 Μαΐου 2020 (UTC)

Υπαρκτό με αρκετές αναφορές. --FocalPoint (συζήτηση) 15:45, 8 Μαΐου 2020 (UTC)

τέλεια!--Costaud (συζήτηση) 22:53, 8 Μαΐου 2020 (UTC)

βιοκατασκοπεία[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 23:00, 6 Μαΐου 2020 (UTC)

Μια αναφορά, ποιος να ξέρει τι εννοεί.. και ποιον ξένο όρο μεταφράζει. Για το Βικιλεξικό δεν υπάρχει. --FocalPoint (συζήτηση) 15:44, 8 Μαΐου 2020 (UTC)

Κατανοητός--Costaud (συζήτηση) 22:53, 8 Μαΐου 2020 (UTC)
☏ Costaud Aπό τo αγγλικό bio-espionage = "biological espionage" = κατασκοπεία στο τομέα των βιολογικών όπλων και της σχετικής έρευνας και τεχνολογίας. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 17:55, 9 Μαΐου 2020 (UTC)
ΥΓ. Βέβαια, ο ελλ. όρος δε φαίνεται να έχει χρήση/καθιέρωση μέχρι τώρα. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 17:59, 9 Μαΐου 2020 (UTC)

φετουλαχιστής[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 14:48, 8 Μαΐου 2020 (UTC)

Ελάχιστες αναφορές απόδοσης υποστηρικτή του Φετουλάχ Γκιουλέν (Τούρκου καθηγητή που ζει στην Αμερική, τον οποίο η Τουρκία θεωρεί εχθρό του καθεστώτος της). Για το Βικιλεξικό, δεν υπάρχει. --FocalPoint (συζήτηση) 15:43, 8 Μαΐου 2020 (UTC)

Ευχαριστώ για το χρόνο σου--Costaud (συζήτηση) 22:53, 8 Μαΐου 2020 (UTC)
Costaud, υπάρχει ωστόσο το γκιουλενιστής. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 16:47, 9 Μαΐου 2020 (UTC)
Ωωω ενδιαφέρον. Απορώ γιατί προτίμησαν να γράψουν το όνομα παρά το επώνυμο όπως σωστά υποτπεύεσαι Χαλκ--Costaud (συζήτηση) 17:16, 9 Μαΐου 2020 (UTC)
☏ Costaud Ξέρω 'γω ; Ασχετοσύνη κάποιων δημοσιογράφων ίσως ; ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 17:34, 9 Μαΐου 2020 (UTC)

Πράγματι το γκιουλενιστής είναι σε χρήση. --FocalPoint (συζήτηση) 17:39, 9 Μαΐου 2020 (UTC)

επιτελικό κέντρο -> επιτελικός[επεξεργασία]

ε-πι-τε-λι-κο κε-ντρο κέντρο συντονισμού ανυπόγραφο σχόλιο του χρήστη 2a02:587:241c:3000:b51a:6bc9:8194:2f15 (συζήτησησυνεισφορά) (UTC) 2020.05.09. 11:34.

Ευχαριστούμε επισκέπτη. Ας το βάλουμε στο λήμμα επιτελικός. Καλό σαββατοκύριακο. ‑‑Sarri.greek  | 11:46, 9 Μαΐου 2020 (UTC)

Μεσσαρίτικος / μεσσαρίτικος[επεξεργασία]

Χορός των Κυθήρων του οποίου η ονομασία ετυμολογείται από τον αέρα που φυσά μέσα στη χώρα (Μεσσαρίτης είναι αυτός που μένει μέσα στη χώρα των Κυθήρων).

Πηγή: melodist ανυπόγραφο σχόλιο του χρήστη 62.74.93.54 (συζήτησησυνεισφορά) (UTC) 2020.05.09. 12:34.

Ευχαριστούμε, επισκέπτη. Θα πρέπει να δούμε τη λέξη και το τοπωνύμιο Μεσσαρά, το τσιριγώτικο και το κρητικό. ‑‑Sarri.greek  | 12:55, 9 Μαΐου 2020 (UTC)
Ευχαριστούμε πολύ τον Chalk19, με την μεγάλη πείρα του και την ενδελεχή του πάντα αναδίφηση, συμπλήρωσε το λήμμα Μεσαριά με πολλές εξηγήσεις για τα τοπωνύμια αυτά και τις συγγενικές τους λέξεις. ‑‑Sarri.greek  | 22:19, 9 Μαΐου 2020 (UTC) ++ links στα μεσσαρίτικος Μεσσαρίτικος, μεσσαρίτης, Μεσσαρίτης

νομοτριβούμενος[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 13:32, 10 Μαΐου 2020 (UTC)

ναι, «ο νομικός στον βυζαντινό κόσμο», από κείμενο στο academia.edu . --FocalPoint (συζήτηση) 10:54, 20 Ιουνίου 2020 (UTC)

τάνγκραμ ή τάγκραμ[επεξεργασία]

ποιό είναι το σωστό;--Costaud (συζήτηση) 20:32, 10 Μαΐου 2020 (UTC)

Και τα δυο. Χωρίς "ν" είναι πιο "παραδοσιακή" γραφή (κατά το Φραγκφούρτη), με αυτό, πιο "σύγχρονη" (κατά το Φρανκφούρτη). ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 20:55, 12 Μαΐου 2020 (UTC)

μουργόλυκος -> Μουργόλυκος[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 20:20, 11 Μαΐου 2020 (UTC)

Τουρτούρης[επεξεργασία]

Ανδρικό επίθετο ανυπόγραφο σχόλιο του χρήστη 176.58.225.187 (συζήτησησυνεισφορά) 16:51, 12 Μαΐου 2020‎ (UTC).

Όντως. Επίσης, όνομα ήρωα (χιονάνθρωπου, τί άλλο !) του Τριβιζά. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 20:51, 12 Μαΐου 2020 (UTC)

Τσαπερδονοκολοσφυρίχτρα -> τσαπερδονοκωλοσφυρίχτρα[επεξεργασία]

Οταν καποιος λεει βλακειες (κρικη) ανυπόγραφο σχόλιο του χρήστη 109.242.89.131 (συζήτησησυνεισφορά) (UTC) 2020.05.20. 18:44.

όχι, δεν είναι η 'ανοησία'. Αργκό, με ωμέγα το κωλο-: τσαπερδονοκωλοσφυρίχτρα. ref στο slang.gr ‑‑Sarri.greek  | 18:51, 20 Μαΐου 2020 (UTC)

αγιόκλημα ετυμολογία[επεξεργασία]

γιατί είναι αίγα+κλίμα και όχι άγιο+κλίμα; ανυπόγραφο σχόλιο του χρήστη 2A02:2149:8796:CB00:1C96:E12C:A833:1BEC (συζήτησησυνεισφορά) (UTC)2020.05.22. 02:57.

Γεια σας επισκέπτη. Έγινε λίγο πιο αναλυτικά η ετυμολογία. Αρχικά, η λέξη ήταν αιγόκλημα (το κλήμα της κατσίκας). Μετά, έγινε ένα 'μπέρδεμα' (παρετυμολογία), με το αιγ- και το αγιο-, κι έγινε αγιόκλημα. Μοιάζουν ακουστικά αυτά τα δυο. Το Λεξικό Τριανταφυλλίδη λέει, ίσως επειδή τα λουλουδάκια του μοιάζουν με στεφάνια... Οι αρχαίοι το έλεγαν περικλύμενον ‑‑Sarri.greek  | 00:38, 23 Μαΐου 2020 (UTC)

λιθοθηρία[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 00:15, 23 Μαΐου 2020 (UTC)

Ναι. Είναι η απόσπαση λίθων από παλιότερες κατασκευές (πχ αρχαίους ναούς, ιερά, θέατρα) για να χρησιμοποιηθούν στην κατασκευή νέων κτισμάτων. Η πρακτική αυτή, διαδεδομένη ανά τους αιώνες μέχρι τα σχετικά νεώτερα χρόνια (οπότε και θεσπίστηκαν προστατευτικοί νόμοι των αρχαίων μνημείων -τουλάχιστον στη "Δύση"), πολλές φορές οδηγούσε μέχρι την πλήρη καταστροφή των αρχικών οικοδομημάτων. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 12:20, 23 Μαΐου 2020 (UTC)
Σε ευχαριστώ καλέ μου φίλε--Costaud (συζήτηση) 12:43, 23 Μαΐου 2020 (UTC)

δεινοσαυρούπολη[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 08:42, 23 Μαΐου 2020 (UTC)

"Εμπορικός" νεολογισμός του Αττικού Ζωολογικού Πάρκου για είδος υπηρεσίας που προσφέρει στους επισκέπτες του. Προς το παρόν δεν υπάρχει για το ΒΛ. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 12:24, 23 Μαΐου 2020 (UTC)
Απόλυτα κατανοητός, Χαλκ--Costaud (συζήτηση) 12:43, 23 Μαΐου 2020 (UTC)

ενδιαίτηση[επεξεργασία]

διαμονή

Επισκέπτη, δείτε ενδιαίτηση ‑‑Sarri.greek  | 10:38, 24 Μαΐου 2020 (UTC)

παρυφή βουνού[επεξεργασία]

οι παρυφες

Επισκέπτη, δείτε παρυφή ‑‑Sarri.greek  | 10:38, 24 Μαΐου 2020 (UTC)

κειμενομήνυμα[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 01:16, 27 Μαΐου 2020 (UTC)

Βρήκα (όπως και εσύ φαντάζομαι) δυο αναφορές μια του 2002 [19] και μια του 2004 [20], (προφανώς μετάφραση του text message), οι οποίες δεν είναι αρκετές για να συμπεριληφθεί στο Βικιλεξικό. Από τις ημερομηνίες, είναι προφανές ότι η λέξη προσπάθησε, αλλά δεν έπιασε. --FocalPoint (συζήτηση) 17:49, 27 Μαΐου 2020 (UTC)

Υπάρχει κι αυτό του 2020 στα Νέα. Αλλά πιο διαδεδομένο βλέπω πως είναι το περιφραστικό μήνυμα κειμένου. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 18:09, 27 Μαΐου 2020 (UTC)

Ευχαριστώ για την άψογη πληροφόρηση--Costaud (συζήτηση) 19:00, 28 Μαΐου 2020 (UTC)

Δεδομένου ότι υπάρχουν οι απαιτούμενες από την πολιτική τρεις αναφορές, βάζω σύνδεσμο στον τίτλο της παραγράφου, αλλά πρέπει να μπει σαφέστατα η ένδειξη {{σπάνιο}}, ενώ είναι σαφώς λέξη που δεν «έπιασε». --FocalPoint (συζήτηση) 17:22, 3 Αυγούστου 2020 (UTC)

φωσφοροατμίδα[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 21:06, 2 Ιουνίου 2020 (UTC)

Δεν το βρήκα σε κάτι που να βγάζει νόημα. --FocalPoint (συζήτηση) 15:56, 7 Ιουνίου 2020 (UTC)

μήπως συνδέεται με το Will-o'-the-wisp; Τι γνώμη έχεις;--Costaud (συζήτηση) 23:36, 8 Ιουνίου 2020 (UTC)
δεν έχω ιδέα :) --FocalPoint (συζήτηση) 10:49, 20 Ιουνίου 2020 (UTC)

πικλαρισμένος[επεξεργασία]

υπάρχει; το βρήκα ως πικλαρισμένη.--Costaud (συζήτηση) 12:40, 4 Ιουνίου 2020 (UTC)

  • μία εκδοχή είναι η μετάφραση του pickled, επειδή ο μεταφραστής δε θυμήθηκε τη λέξη τρουρσί.
  • δεύτερη, επίσης σπάνια, αλλά λίγο πιο συχνή, χαρακτηριστικό που αφορά λαμαρίνα «Το ίδιο και η μη αποξειδωμένη (όχι πικλαρισμένη) επιφάνεια φύλλων λαμαρίνας θερμής. έλασης», δες w:Pickling (metal). Θεωρώ ότι θα υπάρχει δόκιμη ελληνική απόδοση, αλλά δεν τη γνωρίζω.

Γενικά, αν θεωρήσουμε ότι υπάρχει, θα είναι οριακή η κατά Βικιλεξικό ύπαρξή της. Το ίδιο οριακό και αν πούμε ότι δεν υπάρχει. --FocalPoint (συζήτηση) 16:04, 7 Ιουνίου 2020 (UTC)

Η ελληνική απόδοση είναι αποξείδωση ή αποσκωρίωση. --FocalPoint (συζήτηση) 16:10, 7 Ιουνίου 2020 (UTC)

ευχαριστώ φίλτατε--Costaud (συζήτηση) 23:32, 8 Ιουνίου 2020 (UTC)

γαλβαλουμίν[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 12:41, 4 Ιουνίου 2020 (UTC)

υπάρχει ορισμός «Διατίθενται ακόμα ρολά ή φύλλα με επιφάνεια επικαλυμμένη με κράμα αλουμινίου-ψευδαργύρου (γαλβαλουμίν)» και σπάνια, αλλά υπαρκτή χρήση του. --FocalPoint (συζήτηση) 16:12, 7 Ιουνίου 2020 (UTC)

Ευχαριστώ, κύριε Φωκάλ--Costaud (συζήτηση) 23:35, 8 Ιουνίου 2020 (UTC)

Μόλις βρήκα και την προέλευση / μετάφρασή του: galvalume. --FocalPoint (συζήτηση) 10:47, 20 Ιουνίου 2020 (UTC)

καλωδιομορφών[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 11:36, 7 Ιουνίου 2020 (UTC)

σπάνιο, αλλά υπαρκτό, μετάφραση του ???? --FocalPoint (συζήτηση) 16:14, 7 Ιουνίου 2020 (UTC)

αγαπητέ ☏ FocalPoint, δεν έχω ιδέα από μετάφραση--Costaud (συζήτηση) 23:34, 8 Ιουνίου 2020 (UTC)

απευαισθητοποιημένος[επεξεργασία]

Η μετάφραση που δίνει το google translate για τη λέξη disensitised είναι απευαισθητοποιημένος. Υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 23:51, 8 Ιουνίου 2020 (UTC)

Βρήκα πάνω από 3 αναφορές. Θεωρώ ότι υπάρχει. --FocalPoint (συζήτηση) 19:46, 9 Ιουνίου 2020 (UTC)

Τις θερμές καλημέρες μου--Costaud (συζήτηση) 10:05, 16 Ιουνίου 2020 (UTC)
Συμφωνώ. Υπάρχει. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 12:17, 16 Ιουνίου 2020 (UTC)
Υπέροχα, Χαλκ--Costaud (συζήτηση) 10:45, 20 Ιουνίου 2020 (UTC)

appresentation[επεξεργασία]

Υπάρχει ελληνική λεξούλα;--Costaud (συζήτηση) 00:32, 9 Ιουνίου 2020 (UTC)

Υπάρχει, συμπαρουσίαση. Όρος της φιλοσοφίας και, συγκεκριμένα, της φαινομενολογικής σχολής. Η λέξη είναι γερμανικής προέλευσης: Appräsentation (πρβ. w:de:Appräsentation). Γράφεται και συν-παρουσίαση, για να ξεχωρίζει από τη "συμπαρουσίαση" που μπορεί να αναφέρεται στην τηλεόραση (συμπαρουσιαστές μιας εκπομπής) κλπ. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 12:36, 16 Ιουνίου 2020 (UTC)
Απλά υποκλίνομαι στις γνώσεις σου, Χαλκ--Costaud (συζήτηση) 14:20, 17 Ιουνίου 2020 (UTC)

σκολοπάκος[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 11:45, 9 Ιουνίου 2020 (UTC)

Μάλλον όχι, όσον αφορά το Βικιλεξικό. Το μόνο λογικό που βλέπω είναι το pl:Scolopax, όπου βέβαια η απόδοση με ελληνικούς χαρακτήρες είναι λογική, όσο και αυθαίρετη. --FocalPoint (συζήτηση) 19:43, 9 Ιουνίου 2020 (UTC)

Ευχαριστώ για την έρευνά σου Φωκάλ--Costaud (συζήτηση) 10:04, 16 Ιουνίου 2020 (UTC)
Μια απορία Costaud: γιατί γράφεις το Φωκάλ με ωμέγα ; ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 12:19, 16 Ιουνίου 2020 (UTC)
Μού βγαίνει πιο ελληνικό έτσι. Δεν ξέρω πως να το εξηγήσω, ειλικρινά--Costaud (συζήτηση) 14:19, 17 Ιουνίου 2020 (UTC)

θολοπροοδευτικός[επεξεργασία]

υπάρχει--Costaud (συζήτηση) 10:03, 16 Ιουνίου 2020 (UTC)

Μάλλον στο μοτίβο του θολοκουλτουριάρης· μεταγενέστερη όμως και ίσως όχι τόσο διαδεδομένη. Αργκό με περιορισμένη χρήση σε μπλογκ προς το παρόν, από όσο δείχνει. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 12:16, 16 Ιουνίου 2020 (UTC)
Να 'σαι καλά, Χαλκ--Costaud (συζήτηση) 14:19, 17 Ιουνίου 2020 (UTC)
Το συμπέρασμά μου από τα παραπάνω, είναι να βάλω ένδειξη διαγραφής και όχι σύνδεσμο στον τίτλο της παραγράφου. --FocalPoint (συζήτηση) 17:26, 3 Αυγούστου 2020 (UTC)

θολοκουλτουριάρης[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 10:04, 16 Ιουνίου 2020 (UTC)

Ναι. Από τη "θολή κουλτούρα" (νομίζω έμπνευσης ή αρχικής διάδοσης του Σαββόπουλου). Διακινδυνεύοντας την προέλευση, ίσως από μεταφορά της χρήσης των blurry, brurred κ.λπ. από τους επικριτές του μεταμοντερνισμού. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 12:13, 16 Ιουνίου 2020 (UTC)
Ευχαριστώ φίλε μου--Costaud (συζήτηση) 14:18, 17 Ιουνίου 2020 (UTC)

πανεπιστημιάδα -> Πανεπιστημιάδα[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 19:21, 18 Ιουνίου 2020 (UTC)

w:Πανεπιστημιάδα, με κεφαλαίο: Πανεπιστημιάδα, είναι όνομα. --FocalPoint (συζήτηση) 07:10, 20 Ιουνίου 2020 (UTC)

Βγάζει νόημα τώρα, τις καλημέρες μου--Costaud (συζήτηση) 10:41, 20 Ιουνίου 2020 (UTC)

αλιέας[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 23:44, 19 Ιουνίου 2020 (UTC)

ο ψαράς, ο αλιεύς, ο αλιέας. --FocalPoint (συζήτηση) 07:22, 20 Ιουνίου 2020 (UTC)

Σάς ευχαριστώ κύριε Φωκάλ, αλλά και κύριε Σβλιώρα που φτιάξατε το λήμμα.--Costaud (συζήτηση) 10:42, 20 Ιουνίου 2020 (UTC)

Παπαποστόλου[επεξεργασία]

Ελληνικό επώνυμο είναι. Φτιάξτε το. ανυπόγραφο σχόλιο του χρήστη 188.73.244.133 (συζήτησησυνεισφορά) (UTC) 2020.06.20. 10:13.

Βεβαίως, επισκέπτη, μπορείτε και να μας βοηθήσετε αν θέλετε: λήμμα Παπαποστόλου ‑‑Sarri.greek  | 10:17, 20 Ιουνίου 2020 (UTC)
☏ Sarri.greek Συγγνώμη ; Επιδοκιμάζετε γνωστό cross wiki τρολ και τις διαταγές του τύπου "Φτιάξτε το" με αυτήν την αναίρεση ; Αν θέλουμε να το φτιάξουμε θα το φτιάξουμε χωρίς να του δώσουμε τον παραμικρό λογαριασμό, ενώ ταυτόχρονα οι τρολιές του δε πρέπει να γίνονται ανεκτές ούτε στο ελάχιστο. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 10:22, 20 Ιουνίου 2020 (UTC)

☏ Chalk19 πάλι εδώ είσαι εσύ; Παντού με παρακολουθείς;;; --188.73.244.133 10:52, 20 Ιουνίου 2020 (UTC)

☏ Chalk19, oιαδήποτε ανώνυμη IP ή οποιοσδήποτε επισκέπτης ζητήσει σε τούτη τη Σελίδα κάτι λογικό, τον βοηθάμε να το δημιουργήσει, ή δημιουργούμε το λήμμα. Δεν έχουμε λόγο να εξετάσουμε την IP, αν το αίτημα είναι λογικό, ακόμη κι αν δεν είναι πολύ ευγενικός ο τρόπος που ζητήθηκε. ‑‑Sarri.greek  | 10:29, 20 Ιουνίου 2020 (UTC)

Ευχαριστούμε κύριε επισκέπτη. Αν έχετε κάποιο άλλο λήμμα που μάς ξέφυγε παρακαλώ μη διστάσετε να το γράψετε. --Costaud (συζήτηση) 10:43, 20 Ιουνίου 2020 (UTC)

Παρακαλούμε, παρακαλούμε... --188.73.244.133 10:50, 20 Ιουνίου 2020 (UTC)

Ο επισκέπτης μπλοκαρίστηκε για αυθάδεια απέναντι σε συντάκτη. ‑‑Sarri.greek  | 10:58, 20 Ιουνίου 2020 (UTC)

Γεια σου Sarri.greek. Ο επισκέπτης (εγώ δηλαδή) φράχτηκε για αυθάδεια προς τον Χαλκ19; Δηλαδή τι θα γίνει εδώ μέσα; Όταν θα λέω κάτι κακό για τον Χαλκ ή τον κοροϊδεύω θα φράζομαι αμέσως; Ο Χαλκ γιατί με κοροϊδεύει συνέχεια και δεν φράζεται ποτέ; --Kvas188 (συζήτηση) 11:03, 20 Ιουνίου 2020 (UTC)

Ο Kvas188 φράχτηκε επ' αόριστον για παρενόχληση σε Συζητήσεις (όπως και άλλες φορές). ‑‑Sarri.greek  | 11:07, 20 Ιουνίου 2020 (UTC)

κουτριγούρος ή Κουτριγούρος[επεξεργασία]

Ποια είναι η σωστή ορθογραφία; Υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 10:59, 22 Ιουνίου 2020 (UTC)

Costaud, εξαίρετη λέξη ! Είναι φυλή που αναφέρεται από βυζαντινές πηγές και έχει γραφεί στον πληθυντικό: Κουτριγούροι, Κουτουργούροι, Kutriguros , Kuturguros . Το γράφω με κεφαλαίο γιατί είναι εθνικό όνομα. Και μαζί με τους Κουτριγούρους υπήρχαν και οι Ουτιγούροι (Ουτιγούρος)

  • [21]
  • [22]
  • it:w:Kutriguri, στην Ιταλική, Αγγλική κλπ Βικιπαίδεια όπου αναφέρονται Κουτρίγουροι, Κουτούργουροι, Κοτρίγουροι, Κοτρίγοροι, Κουτρίγοροι, Κοτράγηροι, Κουτράγουροι, Κοτριαγήροι, του 6ου αιώνα, στα βόρεια του Ευξείνου Πόντου

--FocalPoint (συζήτηση) 17:15, 22 Ιουνίου 2020 (UTC)

Χαρά μου να βοηθώ--Costaud (συζήτηση) 11:15, 24 Ιουνίου 2020 (UTC)

ανάκτιση[επεξεργασία]

υπάρχει; Βρήκα το ανακτίσεις και αρμολογήματα σε τμήματα των τειχών--Costaud (συζήτηση) 11:15, 24 Ιουνίου 2020 (UTC)

Υπάρχει. Στο λεξικό Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής υπάρχει η λέξη ανάκτισις, δηλαδή ανοικοδόμηση. Υπάρχει και το ρήμα ανακτίζω το οποίο χρησιμοποιείται ακόμη.--Texniths (συζήτηση) 11:50, 24 Ιουνίου 2020 (UTC)
Ευχαριστώ καλέ μου Τεχνίτη--Costaud (συζήτηση) 07:26, 27 Ιουνίου 2020 (UTC)

σούξου μούξου[επεξεργασία]

υπάρχει; --Costaud (συζήτηση) 21:31, 26 Ιουνίου 2020 (UTC)

Ναι, πολλές αναφορές. --FocalPoint (συζήτηση) 22:57, 26 Ιουνίου 2020 (UTC)

Έκτακτα!--Costaud (συζήτηση) 07:27, 27 Ιουνίου 2020 (UTC)

μικροφραγμάτων -> μικροφράγμα[επεξεργασία]

Ποια η ονομαστική;--Costaud (συζήτηση) 09:43, 29 Ιουνίου 2020 (UTC)

μικροφράγμα . --FocalPoint (συζήτηση) 20:43, 29 Ιουνίου 2020 (UTC)

Τα σέβη μου!--Costaud (συζήτηση) 23:30, 29 Ιουνίου 2020 (UTC)

εύριπο -> εύριπος[επεξεργασία]

Το βρήκα από: Είναι σε εξέλιξη εργασίες αποκάλυψης του αρχαίου θεάτρου (σε κοίλο, εύριπο, σύνδεση με αρχαίο στάδιο). Είναι εύριπο ή εύριπος; Υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 10:50, 29 Ιουνίου 2020 (UTC)

Και εγώ βρήκα το: «Ο Εύριπος: Αγωγός απορροής των υδάτων στην περιφέρεια της ορχήστρας από το μέρος του κοίλου» . --FocalPoint (συζήτηση) 20:44, 29 Ιουνίου 2020 (UTC)

Πολύ καλά!--Costaud (συζήτηση) 23:29, 29 Ιουνίου 2020 (UTC)

τορνευτολυρασπιδαρμοστάδες[επεξεργασία]

Τι εστι;--Costaud (συζήτηση) 00:37, 30 Ιουνίου 2020 (UTC)

Απόδοση του «τορνευτολυρασπιδοπηγοί» του Ἀριστοφάνης, Ὄρνιθες στ. 488-492 από τον Φ.Ι. Κακριδή ([23]). Ποιητική λέξη και απόδοσή της, επίσης ποιητική αδεία.

Τα ερωτήματα βέβαια είναι

  • να μπαίνουν τέτοιες λέξεις; Άντε και να πω ναι - Αριστοφάνης είναι αυτό, το κείμενο έχει αναπαραχθεί και παιχτεί τόσες πολλές φορές
  • να μετατραπεί η λέξη σε ενικό ως συνήθως και στην ουσία να φτιάξουμε νέες λέξεις; (να μπει και κλίση και να φτιάξουμε και ...των ....άδων;, τους ...άδες;). Εδώ λέω μάλλον όχι. Προτείνω, αν φτιαχτεί και αν την αποδεχτούμε ως τεχνητή λέξη, να την αφήσουμε στην πτώση της. --FocalPoint (συζήτηση) 05:20, 4 Ιουλίου 2020 (UTC)
Δεν είμαι ειδικός. Το αφήνω στα έμπειρα δάκτυλά σας.--Costaud (συζήτηση) 10:38, 11 Ιουλίου 2020 (UTC)

Ετυμολογία πάριζα[επεξεργασία]

Δεν έχω λεξικό που να το λέει... ‑‑Sarri.greek  | 19:58, 3 Ιουλίου 2020 (UTC)

Ούτε εγώ όσο και αν έψαξα βρήκα κάτι. Ένα γαστρονομικό ετυμολογικό λεξικό θα χρειαζόμασταν τώρα χα, χα! Αν και υποθέτω πάντως πως προέρχεται από κάποια ευρωπαϊκή γλώσσα.--Texniths (συζήτηση) 20:00, 3 Ιουλίου 2020 (UTC)
Sarri.greek, Texniths το όνομα είναι εμπορικό. Θα ξέρει κάποια/ος συνταξιούχος του marketing των ελληνικών εταιρειών αλλαντικών (πιθανότατα του Νίκα). Εμείς θα μπορούσαμε όμως να καταγράψουμε ότι εμφανίστηκε το όνομα κατά το τέλος του 20ο αιώνα. Το νωρίτερο που μπόρεσα να βρω ήταν στη σελίδα 689 κάτω-κάτω στο Περιοδικό Αστυνομική επιθεώρηση του Σεπτεμβρίου 1986, αλλά και στην Στατιστική Έρευνα του Έτους 1986, της Στατιστικής Υπηρεσίας (μορταδέλλα και πάριζα). --FocalPoint (συζήτηση) 05:32, 4 Ιουλίου 2020 (UTC)
☏ FocalPoint Δεν ξέρω κατά πόσο είναι εμπορικό. Εξάλλου χρησιμοποιείται από περισσότερες από μία εταιρείες, δεν είναι κατοχυρωμένο δηλαδή. Και υπάρχει και στο λεξικό του Μπαμπινιώτη. Βέβαια με σιγουριά δεν υπάρχει λέξη parisa ή pariza σε άλλες γλώσσες. Κάποια παρόμοια οπτικά βρήκα με την ονομασία Bologna.--Texniths (συζήτηση) 05:49, 4 Ιουλίου 2020 (UTC)
Texniths, πιθανολογώ, δεν έχω ιδέα. Πάντως το χρονολογικό του όριο είναι από ότι φαίνεται η δεκαετία του 1980. --FocalPoint (συζήτηση) 06:27, 4 Ιουλίου 2020 (UTC)

Texniths βαρέθηκα με τις εσοχές:

Βρήκα το παριζάκι στο 1972: Δελτίον: Acta microbiologica Hellenica, Volume 17, Ελληνική Μικροβιολογική και Υγειονολογική Εταιρεία, 1972. --FocalPoint (συζήτηση) 06:33, 4 Ιουλίου 2020 (UTC)

Ευχαριστώ ☏ FocalPoint · Texniths, ούτε εγώ είχα βρει ξένη λέξη. Προτείνω, για το πάριζα (και παραπομπή από παριζάκι) να βάλουμε χρονολογικά (αντιστρόφως) παραθέματα με παραπομπές κάτω κάτω στο πάριζα Κι όποτε κάποιος βρίσκει κάτι, να το προσθέτει. Κι αυτή η τακτική να υπάρχει για ανεύρετες ετυμολογίες. Γιατί οι άγνωστες ετυμολογίες, σημειώνονται και στα Λεξικά και εδώ με το {{άγν}}. Αυτή είναι ασχολίαστη. ‑‑Sarri.greek  | 10:37, 4 Ιουλίου 2020 (UTC)
Βικιλεξικό:Ανεύρετες ετυμολογίες (νέα ελληνικά), κι αν τις βρίσκουμε, τις αφαιρούμε. Μεταφέρω και το παράθεμα του Δελτίου, χίλια ευχαριστώ FocalPoint ‑‑Sarri.greek  | 11:03, 4 Ιουλίου 2020 (UTC)

Λοιπόν, έχουμε και λέμε. Στα αγγλικά αποδίδεται ως parizer. (Παράδειγμα 1, Παράδειγμα 2). Και ναι είναι το ίδιο με το Bologna που ανέφερα παραπάνω (παράδειγμα). Στο αγγλικό ΒΛ δεν υπάρχει βέβαια η λέξη.--Texniths (συζήτηση) 11:39, 4 Ιουλίου 2020 (UTC)

☏ Texniths Στα γερμανικά υπάρχει το "Pariser Wurst", ή "Lyoner Wurst", επειδή έχει αρχική προέλευση τη Λυόν, όπου εκεί η ορίτζιναρ βερσιόν αποκαλείται w:fr:cervelas [24]. ǁ ǁǁChalk19 (talk) 18:40, 4 Ιουλίου 2020 (UTC)
☏ Chalk19 Εξαιρετικά, πάει και αυτό στις μεταφράσεις!.--Texniths (συζήτηση) 19:01, 4 Ιουλίου 2020 (UTC)

w:en:Hungarian sausages, στο τέλος: "Párizsi (Parizer or Paris sausage), is a much larger, thicker version of virsli. It is very similar to the Bologna.". --FocalPoint (συζήτηση) 12:57, 4 Ιουλίου 2020 (UTC)

☏ FocalPoint βάλτε τα ως parizer στο πάριζα#Παραθέματα, νάχει την υπογραφή σας: Θα είναι μια συλλογή σχετικών παραθεμάτων. !! Είστε καταπληκτικός ‑‑Sarri.greek  | 13:01, 4 Ιουλίου 2020 (UTC)
Texniths, νομίζω ότι για σένα λέει η Sarri.greek, να βάλεις αυτά που βρήκες στα παραθέματα. Ή έστω... και για σένα. --FocalPoint (συζήτηση) 13:20, 4 Ιουλίου 2020 (UTC)

hu:párizsi. --FocalPoint (συζήτηση) 13:02, 4 Ιουλίου 2020 (UTC)

αξεφάρδιοτος ή αξεφάρδιστος[επεξεργασία]

Ποιο είναι το σωστό ορθογραφικά;--Costaud (συζήτηση) 07:14, 9 Ιουλίου 2020 (UTC)

βήττες[επεξεργασία]

Υπάρχει; Μάλλον προέρχεται από το vitto, αλλά έχω ακούσει ότι είναι υπολείμματα λευκής σιμιγδάλης. Γνώμες;--Costaud (συζήτηση) 08:24, 9 Ιουλίου 2020 (UTC)

«Βήττες σίτου». Υπαρκτό. Αμφιβάλλω για την ετυμολογική σύνδεση που κάνεις όμως. --FocalPoint (συζήτηση) 17:03, 3 Αυγούστου 2020 (UTC)

ξεστικός > ξέω[επεξεργασία]

Ποιο είναι το ρήμα του ξεστικός; π.χ. ειδικές αυτόματες ξεστικές μηχανές διαχωρισμού βαμβακιού από σπόρο--Costaud (συζήτηση) 06:11, 10 Ιουλίου 2020 (UTC)

Υποθέτω πως είναι από το ξύω, αλλά δεν είμαι απολύτως σίγουρος.--Τεχνίτης (ο Βικιλεξολόγος) 07:35, 10 Ιουλίου 2020 (UTC)
Αγαπητοί, προέρχεται από το συνοπτικό θέμα ξεσ- τού αρχ. ξέω «λειαίνω», που είναι συνώνυμο και ομόρριζο του ξύω. Ευχαριστώ. Dr Moshe (συζήτηση)
Ευχαριστώ πολύ Δρ. Μος για τις πολύτιμες πληφορίες και εσένα αγαπητέ τεχνίτη. Εύχομαι ένα θερμό καλοκαίρι και στους δυό σας.--Costaud (συζήτηση) 11:45, 10 Ιουλίου 2020 (UTC)

συρτές[επεξεργασία]

πρόκειται για σύστημα δύο κυλίνδρων ανισοταχούς περιστροφής. Αλλά δεν μπορώ να βρω την ονομαστική πτώση. Είναι σύρτη; Είναι συρτή; Ή μήπως κάτι άλλο; Στο κείμενο τους ονομάτιζε ως: τους συρτές.--Costaud (συζήτηση) 06:29, 10 Ιουλίου 2020 (UTC)

  • Σίγουρα ονομαστική πληθυντικού του συρτή («συρτές βεντούζες», «χειροποίητα παραγάδια & συρτές», «τόσο σε συρτές όσο και σε ψηλές πάσες»)
  • Για αυτό που αναφέρεις Costaud, δεν βρήκα τίποτα
--FocalPoint (συζήτηση) 17:01, 3 Αυγούστου 2020 (UTC)

ασβεστόγαλο[επεξεργασία]

υπάρχει; Έχω ακούσει πως το γάλα ασβέστη είναι το υδροξείδιο του ασβεστίου. Ως ασβεστόγαλο όμως απαντάται;--Costaud (συζήτηση) 10:35, 11 Ιουλίου 2020 (UTC)

Πράγματι, το w:Υδροξείδιο του ασβεστίου έχει (κείμενο από Βικιπαίδεια) «αρκετά ονόματα μεταξύ των οποίων σβησμένη άσβεστος, γάλα ασβέστου, καυστική άσβεστος, ένυδρη άσβεστος». Ο όρος ασβεστόγαλο έχει ελάχιστες χρήσεις, αλλά είναι υπαρκτός. Θα πρέπει, πάντως να μπει με ένδειξη {{σπάνιο}}. --FocalPoint (συζήτηση) 16:56, 3 Αυγούστου 2020 (UTC)

μητροκεντρισμός[επεξεργασία]

Υπάρχει; το βρήκα ως μητροκεντρισμού...--Costaud (συζήτηση) 20:20, 13 Ιουλίου 2020 (UTC)

Ίσως οριακά, από το μητροκεντρικός. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 22:03, 13 Ιουλίου 2020 (UTC)
Ευχαριστώ Χαλκ--Costaud (συζήτηση) 18:45, 17 Ιουλίου 2020 (UTC)
Ελάχιστες χρήσεις, συμφωνώ με το χαρακτηρισμό «οριακό», αλλά από την πλευρά της μη συμπερίληψης. --FocalPoint (συζήτηση) 16:50, 3 Αυγούστου 2020 (UTC)

προφεμινισμός[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 20:22, 13 Ιουλίου 2020 (UTC)

☏ Costaud Αν εννοείς το w:en:pro-feminism, σημαίνει w:φιλοφεμινισμός (όρος που ωστόσο δεν ξέρω αν είναι σε χρήση, πέρα από τη ΒΠ). Το pro- δεν είναι το ελληνικό προ-, αλλά το φιλο-, πχ pro-German --> φιλογερμανικός· το προ- αντιστοιχεί στο pre-, όπως pre-Hellenic ή en:prehellenic --> προελληνικός. Αν εννοείς το προφεμινισμός ως pre-feminism (βλ. λ.χ. Edna Steeves, «Pre-Feminism in Some Eighteenth-Century Novels», Texas Quarterly 16,3 (1973), σσ. 28-57 [25]) δηλ. πρώιμος φεμινισμός, φεμινισμός πριν το φεμινισμό (πρβ. και w:en:protofeminism) όπως εδώ, έχει κάποια χρήση, αν και πάλι βλέπω ότι μερικές -από τις λιγοστές αναφορές- είναι από ΒΠ ως συνώνυμο του "φιλοφεμινισμού" (από σελ. ανακατεύθυνσης προφεμινισμός). ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 21:51, 13 Ιουλίου 2020 (UTC)
☏ Chalk19, το βρήκα από το Προφεμινιστική Ανάλυση της Πατριαρχίας, και μπορείς να το δεις στη βικιπαίδεια στο λήμμα πατριαρχία. Πάντως συμφωνώ με την άποχή σου περί φιλοφεμινισμού για το profeminism και προφεμινισμός για το πρώιμος.--Costaud (συζήτηση) 10:21, 14 Ιουλίου 2020 (UTC)

αυτόκλειστος ή αυτόκλειστο[επεξεργασία]

Είναι ουσιαστικό ή επίθετο;--Costaud (συζήτηση) 18:45, 17 Ιουλίου 2020 (UTC)

Τι εμποδίζει να είναι και τα δύο; Πάντως το αυτόκλειστο είναι συσκευή η οποία κλείνει ερμητικά και αναπτύσσει στο εσωτερικό της υψηλές θερμοκρασίες (άρα και πιέσεις), συνεπώς σε αυτόκλειστα γίνονται είτε πειράματα είτε βιομηχανική παραγωγή, σε συνθήκες που δεν υπάρχουν στο περιβάλλον. --FocalPoint (συζήτηση) 19:17, 17 Ιουλίου 2020 (UTC)

Μού έφτιαξες τη μέρα, Φωκάλ--Costaud (συζήτηση) 12:38, 18 Ιουλίου 2020 (UTC)

δέρνω = βλέπω; (μια από τις μεσαιωνικές σημασίες του:) «επιτίθεμαι, χτυπώ»[επεξεργασία]

Στο τραγούδι το «κάστρο της ωριάς» συρτό Πελοποννήσου από την Αρκαδία αναφέρει:

Όλα τα κάστρα τα 'δα κι όλα τα 'δειρα
βρ' αμάν αμάν αμάν κι όλα τα 'δειρα
κι όλα τα 'δει- τα 'δειρα, Φραγκοπούλα και Pωμιά.
Σαν της Ωριάς το κάστρο, κάστρο δεν είδα
Γνώμες--Costaud (συζήτηση) 10:55, 18 Ιουλίου 2020 (UTC)
Αγαπητέ μου, έχετε εδώ το ρήμα δέρνω σε μία από τις μεσαιωνικές σημασίες του, που είναι «επιτίθεμαι, χτυπώ» (συχνή σε μεσαιωνικά κείμενα με αναφορές σε τείχη, κάστρα και παρόμοια). Ο ανώνυμος τραγουδιστής στην προκειμένη περίπτωση παραπονείται ότι είδε και χτύπησε όλα τα κάστρα, για να τα κυριεύσει, αλλά δεν βρήκε «σαν της Ωριάς το κάστρο». Καλημέρα. Dr Moshe (συζήτηση)
Σάς ευχαριστώ καλέ μου γιατρέ--Costaud (συζήτηση) 18:14, 20 Ιουλίου 2020 (UTC)

ρεπαντιά = ;[επεξεργασία]

Το βρήκα πάλι στο κάστρο της Ωριάς:

Φράγκα με τα ρεπαντιά
να 'χει ασημένιες πόρτες κι αργυρά κλειδιά,
Φραγκοπούλα και Pωμιά.
Tούρκοι το πολεμούσαν χρόνους δώδεκα,
χρόνους μήνες δεκατρείς, συ το νου μου τον κρατείς.
Τι σημαίνει;--Costaud (συζήτηση) 10:56, 18 Ιουλίου 2020 (UTC)
  • [26] και [27], με το ίδιο κείμενο λένε ότι είναι κορδέλες.
  • ρεπαντιά: τα ριπίδια, οι βεντάλιες λέει το Παραδοσιακά Τραγούδια της Καρπάθου

αλλά το καλύτερο είναι το:

  • στο [28] «Ρεπαντιά είναι τα παρδαλόχρωμα είδη της τότε στρατιωτικής στολής των Ευρωπαίων ως λ.χ. κόκκινο παντελόνι (περισκελίς) και βαθυκύανον αμπέχονον ή επενδύτης των Γάλλων στρατιωτών»

--FocalPoint (συζήτηση) 13:44, 18 Ιουλίου 2020 (UTC)

Α.. και στο κείμενο σημαίνει: ... η κοπέλα, η Φράγκα, η Φραγκοπούλα, με τα πολύχρωμα ρούχα... --FocalPoint (συζήτηση) 13:49, 18 Ιουλίου 2020 (UTC)

ψιλομελαχρινός[επεξεργασία]

Δεν υπάρχει, αλλά το βρήκα στην ελληνική παράδοση ως ψιλομελαχρινή. --Costaud (συζήτηση) 10:59, 18 Ιουλίου 2020 (UTC)

Νομίζω πως εμπίπτει στην κατηγορία των ψιλο- ο,τιδήποτε. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 11:49, 18 Ιουλίου 2020 (UTC)
Καλά ναι. Πολύ σωστός--Costaud (συζήτηση) 12:38, 18 Ιουλίου 2020 (UTC)

ρουμιόκαστρο[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 11:01, 18 Ιουλίου 2020 (UTC)

Αν κρίνουμε από το τραγούδι, μάλλον είναι αναγραμματισμός του "Μουριόκαστρο", "της Μουριάς το Κάστρο" (Ωριάς => Ουριάς => Μουριάς), ώστε να αποδίδει τη σημασία του ρωμέικου ("ρουμέικου") κάστρου. Το Μουριόκαστρο που ήταν κάστρο της ρωμιοσύνης ("ρουμιουσύν'ς" ?), δηλ. ρουμιόκαστρο. Συνεπώς, καθαρά προφορικό, "ιδιωματικό" και "ποιητικό". Αντίστοιχα, το "θιμιλιουμένου" είναι το θεμελιωμένο. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 11:40, 18 Ιουλίου 2020 (UTC)
Έγραψες, Χαλκ--Costaud (συζήτηση) 12:39, 18 Ιουλίου 2020 (UTC)
νομίζω όμως ότι εκτός από το τραγούδι δεν αναφέρεται αλλού (από ότι είδα), άρα μάλλον δεν πιάνεται ως λέξη για το Βικιλεξικό. --FocalPoint (συζήτηση) 13:33, 18 Ιουλίου 2020 (UTC)

θιμιλιουμένος[επεξεργασία]

Υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 11:01, 18 Ιουλίου 2020 (UTC)

☏ Costaud Βλέπε παραπάνω. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 11:41, 18 Ιουλίου 2020 (UTC)
άρα δεν πιάνεται ως λέξη, αν δεν απαντάται αλλού. --FocalPoint (συζήτηση) 13:35, 18 Ιουλίου 2020 (UTC)

να πυρολυθούν -> πυρολύομαι[επεξεργασία]

δεν μπορώ να βρω τον ενεστώτα πρώτου ενικού--Costaud (συζήτηση) 13:22, 18 Ιουλίου 2020 (UTC)

Το ρήμα είναι πυρολύομαι, θα το βρεις αν ψάξεις για το «πυρολύεται». Είναι από τις λέξεις που υπάρχουν σε χρήση μόνο σε ορισμένη/ες κλητική/ές μορφή/ές. --FocalPoint (συζήτηση) 13:32, 18 Ιουλίου 2020 (UTC)

Τώρα βγάζει νόημα. Εμ δε μου κόβει και το λύομαι είναι γνωστό ρήμα--Costaud (συζήτηση) 14:07, 18 Ιουλίου 2020 (UTC)

φρύσσω και φρύττω και φρύγω[επεξεργασία]

Υπάρχει; Βρήκα: κεραμικά λέγονται τα λεπτόκοκκα ορυκτά που μορφοποιούνται, όταν διαβρέχονται με νερό και γίνονται σκληρά όταν ξηραίνονται ή φρύσσονται (έρχονται σε απευθείας επαφή με φλόγα)--Costaud (συζήτηση) 18:03, 18 Ιουλίου 2020 (UTC)

https://www.lsj.gr/wiki/%CF%86%CF%81%CF%8D%CF%83%CF%83%CF%89

https://books.google.gr/books?id=1itGAAAAcAAJ&dq=%22%CF%86%CF%81%CF%8D%CF%83%CF%83%CF%89%22&pg=PA467#v=onepage&q=%22%CF%86%CF%81%CF%8D%CF%83%CF%83%CF%89%22&f=false

συγγενικά φρύξη, φρύγανο (φρύγανα)

--FocalPoint (συζήτηση) 18:21, 18 Ιουλίου 2020 (UTC)

Είσαι σήμερα ακούραστος μαχητής ενώπιον των ιδιοτροπιών μου. Έχεις τις πιο θερμές ευχαριστίες μου.--Costaud (συζήτηση) 18:27, 18 Ιουλίου 2020 (UTC)

Ναι είσαι καλά.

Νομίζω στα συγγενικά θα είναι και η φρυκτωρία. --FocalPoint (συζήτηση) 19:37, 18 Ιουλίου 2020 (UTC)

ενδιαφέρον, αν είναι το βάζουμε στο φρύγω--Costaud (συζήτηση) 22:20, 18 Ιουλίου 2020 (UTC)

ρόλλος ή ρολλός[επεξεργασία]

ποιο είναι το σωστό;--Costaud (συζήτηση) 22:13, 18 Ιουλίου 2020 (UTC)

Rolled coil in Oulu Jun2009 001.jpg
Το ρολό είναι αυτό? ‑‑Sarri.greek  | 10:17, 19 Ιουλίου 2020 (UTC)

Λογικά είναι η (τώρα πια σπάνια) γραφή του ρόλος με δυο "λ" (ρόλλος), όπως συμβαίνει και με το ρολό (ρολλό). Και στα δυο το διπλό "λ" υποθέτω πως προέρχεται άμεσα (ρολλό) ή έμμεσα (ρόλος) από αγγλική/παλιά γαλλική/λατινική προέλευση (roll, rouller, rollus). Ίσως στην περίπτωση του "ρόλλος" να είναι κεκτημένη ταχύτητα από το "ρολλό". ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 11:00, 19 Ιουλίου 2020 (UTC)

Στα αγγλικά είναι rolled coil, μέχρι εκεί μπορώ να βοηθήσω. Έντυπα το βρήκα ρόλλος, αλλά στο βιβλίο έχω εντοπίσει αρκετά ορθογραφικά και λείπει το proofreading καθότι είναι 800 σελιδών. Οπότε ίσως οι επιφυλάξεις του Χαλκ περί κεκτημένης ταχύτητας να έχουν βάση. Προσωπικά, δεν έχω ιδέα.--Costaud (συζήτηση) 13:23, 19 Ιουλίου 2020 (UTC)
☏ Costaud Το σωστό νομίζω πως είναι το παροξύτονο: ρόλος, με απλογράφηση, ρόλλος, χωρίς. Σημαίνει τον κύλινδρο ή κάτι τυλιγμένο σε κύλινδρο. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 15:29, 19 Ιουλίου 2020 (UTC)
Οπότε να το βάλω εκεί; Έχω πράσινο φως ή να περιμένουμε;--Costaud (συζήτηση) 18:13, 20 Ιουλίου 2020 (UTC)

Είναι όρος των εργοστασίων που παράγουν ή χρησιμοποιούν coils σε μορφών ρολλών. Είναι είτε ρόλος ή ρόλλος.

  • ...η Επιτροπή επέβαλε, µεταξύ άλλων, οριστικό δασµό αντιντάµπινγκ 10,7 % στις εισαγωγές ρόλων θερµής έλασης (εφεξής «υπό εξέταση προϊόν») καταγωγής Ινδίας...
  • ...τής 23ης Νοεμβρίου 1978 περί αναστολής τού οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ πού είχε επιβληθεί στά ημικατεργασμένα προϊόντα εις ρόλλους διά λαμαρίνας...

Τα βάζεις και τα δυο. --FocalPoint (συζήτηση) 20:31, 21 Ιουλίου 2020 (UTC)

Η φωτογραφία ορθότατη. --FocalPoint (συζήτηση) 20:36, 21 Ιουλίου 2020 (UTC)

θα ήθελα να ευχαριστήσω και τους τρεις σας αγαπητή Σαρρή, φίλτατε Χαλκ, αξιότιμε Φωκάλ για τη συλλογική προσπάθεια! Εύγε!--Costaud (συζήτηση) 21:11, 21 Ιουλίου 2020 (UTC)

Ελληνικά για obsolete, regional[επεξεργασία]

Γυρεύω τους ελληνικούς όρους (για λεξικογραφία) για τους αγγλικούς

  • obsolete (en) (έχουμε το {{παρωχημένο}} για τα dated (en)) Αλλά το obsolete σημαίνει ότι η λέξη δεν υπάρχει πια καθόλου. Όπως πολλές ομηρικές λέξεις. Υπάρχει και το {{αρχαϊκό}}, υπονοεί, φαντάζομαι, το obsolete, αλλά είναι άλλο πράγμα. Ο Στις μεταφράσεις στο {{Π:Κρύσταλ}} έχει: απαρχαιωμένος... Αλλά obsolete σημαίνει καπούτ. Έχει σταματήσει το μυαλό μου. Πώς τις λέμε? Νεκρές. Αλλά δεν μπορώ να φτιάξω πρότυπο 'νεκρό'....
  • regional (en) για χαρακτηρισμό ιδιωμάτων. Έχουμε το {{ιδιωματικό}}. Πώς μπορούμε να το εξειδικεύσουμε? Α... τοπικό?

Κοιτάω τις βραχυγραφίες στα λεξικά, αλλά δεν βρίσκω κάτι. Ευχαριστώ! ‑‑Sarri.greek  | 10:14, 19 Ιουλίου 2020 (UTC)

☏ Sarri.greek Το dated είναι το απαρχαιωμένο μάλλον. Το ίδιο όμως μπορεί να ειπωθεί και για το obsolete. Η διαφορά είναι πως το δεύτερο έχει ίσως και τη σημασία του μη χρησιμοποιούμενου. Αν θεωρήσουμε ότι το παρωχημένο καλύπτει αυτή τη διάκριση, τότε καλώς. Αυτά είναι απλά σκέψεις μου. Χρειάζεται να το ψάξουμε κι άλλο, αν και νομίζω ότι είναι περισσότερο ζήτημα σύμβασης. Ενδεχομένως η έννοια του μη χρησιμοποιούμενου να έρχεται πιο "φυσικά" στο μυαλό με το απαρχαιωμένο, παρά με το παρωχημένο. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 10:43, 19 Ιουλίου 2020 (UTC)

κλειστικός[επεξεργασία]

υπάρχει;--Costaud (συζήτηση) 18:13, 20 Ιουλίου 2020 (UTC)

Costaud όπου το είδα ήταν συνθετικό του απο-κλειστικός. Άρα ως λέξη, πιθανότατα δεν υπάρχει (δεν το εξάντλησα στο ψάξιμο), με εξαίρεση κάποιους μηχανισμούς που βλέπω να τους ονομάζουν έτσι. Ίσως και ψιλο-υπάρχει, έστω κι έτσι. --FocalPoint (συζήτηση) 20:18, 21 Ιουλίου 2020 (UTC)
υποθέτω το συνοδεύουν στο λυοφιλιωτής. --Costaud (συζήτηση) 20:41, 21 Ιουλίου 2020 (UTC)

τσουβέκι[επεξεργασία]

Είδα τη λέξη αυτή σε ένα παλιό κείμενο, αλλά δε βρήκα κάτι σε κάποιο λεξικό. Υπάρχει ή είναι τυπογραφικό λάθος;--Τεχνίτης (ο Βικιλεξολόγος) 19:15, 21 Ιουλίου 2020 (UTC)

Τεχνίτης, δεν το βλέπω πουθενά στο διαδίκτυο (που το βρήκες άνθρωπέ μου;). Μπορούμε να πούμε ότι για το Βικιλεξικό τουλάχιστον, δεν υπάρχει. --FocalPoint (συζήτηση) 20:15, 21 Ιουλίου 2020 (UTC)
μήπως είναι ελληνοποίηση από το συγγραφέα μιας ξένης λέξης; Για παράδειγμα στη δικιά μου περίπτωση το χνούδι των εκκοκιστήριων βάμβακος όπου παράγεται η νιτροκυτταρίνη (προωθητικό όπλων) το γράφει λίντερς! Καλά διαβάσατε: λίντερς, η οποία είναι ανύπαρκτη για το βικιλεξικό κλαψ, κλαψ :( --Costaud (συζήτηση) 20:31, 21 Ιουλίου 2020 (UTC)

☏ FocalPoint Εδώ. Μετά την εικόνα, που λέει δίκην τσουβεκίου (κλιτό μάλιστα). Ίσως έχει σχέση με την τέχνη της κεραμικής. (Εντάξει βέβαια το κείμενο είναι χιουμοριστικό)--Τεχνίτης (ο Βικιλεξολόγος) 20:46, 21 Ιουλίου 2020 (UTC)

Τεχνίτης είναι μέρος σκωπτικού κειμένου. Αναρωτιέμαι αν και οι τότε αναγνώστες του το καταλάβαιναν. --FocalPoint (συζήτηση) 20:59, 21 Ιουλίου 2020 (UTC)

☏ FocalPoint Απ' ότι φαίνεται μόνο ο συγγραφέας του κειμένου ξέρει τη σημασία της λέξης. Ίσως είναι από λέξη άλλης γλώσσας. Αλλά ως έχει δεν μας κάνει για το ΒΛ.--Τεχνίτης (ο Βικιλεξολόγος) 05:08, 22 Ιουλίου 2020 (UTC)
Τεχνίτης, νομίζω ότι είναι απόδοση του τσουμπλέκι. --FocalPoint (συζήτηση) 21:30, 23 Ιουλίου 2020 (UTC)
☏ FocalPoint Πολύ πιθανόν! Καλημέρα να έχεις!--Τεχνίτης (ο Βικιλεξολόγος) 06:50, 24 Ιουλίου 2020 (UTC)

πανώδερμα ή πανωδέρμα;[επεξεργασία]

Ποια η ορθή ορθογραφία;--Costaud (συζήτηση) 11:23, 22 Ιουλίου 2020 (UTC)

Το βλέπω ως πανώδερμα μόνο. --FocalPoint (συζήτηση) 18:34, 25 Ιουλίου 2020 (UTC)

αποομοσπονδιοποίηση ή απομοσπονδιοποίηση[επεξεργασία]

Ποιο είναι το σωστό;--Costaud (συζήτηση) 08:56, 23 Ιουλίου 2020 (UTC)

Δεν το βλέπω να υπάρχει. --FocalPoint (συζήτηση) 18:32, 25 Ιουλίου 2020 (UTC)

☏ FocalPoint, ναι όντως διαδικτυακά δε το βρίσκω. Το βρήκα μονάχα έντυπα ως υποθέτω μετάφραση του defederalization.--Costaud (συζήτηση) 17:06, 26 Ιουλίου 2020 (UTC)

λίντερς[επεξεργασία]

Costaud το λίντερς είναι υπαρκτό.

  • έννοια 1: leaders / ηγέτες [29], [30], [31]
  • έννοια 2: linters / κοντές ίνες βαμβακιού [32], [33], [34]

--FocalPoint (συζήτηση) 21:40, 23 Ιουλίου 2020 (UTC)

Ωωωω, δεν έχω λόγια! Σού βγάζω το καπέλο. Τις θερμές μου καλημέρες--Costaud (συζήτηση) 05:50, 24 Ιουλίου 2020 (UTC)

μετααφηγηματικός ή μεταφηγηματικός[επεξεργασία]

ποιο;--Costaud (συζήτηση) 13:36, 25 Ιουλίου 2020 (UTC)

Βλέπω το κακόηχο μετααφηγηματικός σε χρήση, αλλά και το μεταφηγηματικό / μεταφηγηματική (όχι το μεταφηγηματικός) επίσης. --FocalPoint (συζήτηση) 18:27, 25 Ιουλίου 2020 (UTC)

Μάλλον ούτε οι συγγραφείς έχουν αποφασίσει ποιο νεολογισμό θέλουν--Costaud (συζήτηση) 17:08, 26 Ιουλίου 2020 (UTC)

κεϋνσιανός ή κεϊνσιανός[επεξεργασία]

ποιο;--Costaud (συζήτηση) 14:05, 25 Ιουλίου 2020 (UTC)

Το κεϋνσιανός συχνότερα, το κεϊνσιανός πολύ σπάνια. Υπαρκτά και τα δυο, το δεύτερο με ένδειξη ότι δε χρησιμοποιείται συχνά. --FocalPoint (συζήτηση) 18:29, 25 Ιουλίου 2020 (UTC)

Συμφωνώ. Στα οικονομολογικά βιβλία τουλάχιστον είναι "κεϋνσιανός". ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 00:11, 26 Ιουλίου 2020 (UTC)
Έξοχα. Κι εγώ την ίδια εντύπωση είχα--Costaud (συζήτηση) 17:07, 26 Ιουλίου 2020 (UTC)

πτηνοτροφή[επεξεργασία]

Δεν υπάρχει στο Βικιλεξικό. Δημιουργήστε το. Ευχαριστώ... --Απόρρητος (συζήτηση) 11:46, 30 Ιουλίου 2020 (UTC)

☏ Απόρρητος, σε τούτη τη σελίδα, είτε ζητούν επισκέπτες από τους συντάκτες να δημιουργηθεί κάποιο λήμμα, ή εμείς οι ίδιοι οι συντάτκες θέτουμε ερώτημα στους συναδέλφους εάν έχουμε απορίες μετά από έρευνα και χρειαζόμαστε βοήθεια. ‑‑Sarri.greek  | 11:50, 30 Ιουλίου 2020 (UTC)
Ένα μεγάλο ευχαριστώ στον αγαπητό κο Σβλιώρα για τη βοήθεια που παρείχε στον κο ☏ Απόρρητος. Ελπίζω να εκτιμηθεί--Costaud (συζήτηση) 18:38, 30 Ιουλίου 2020 (UTC)
☏ Costaud Svlioras = Σ[π] Βλιώρας, όχι Σβλιώρας. ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 21:26, 30 Ιουλίου 2020 (UTC)
☏ Chalk19, έχεις δίκιο για τον αγαπητό διδάσκαλο. Χρησιμοποιώ το διαδικτυακό του όνομα, όπως κάνω με όλους εκτός και αν συμφωνήσουμε για τη συμβολή του στο βικιλεξικό να τον αποκαλούμε πια με ονοματεπώνυμο.--Costaud (συζήτηση) 13:36, 1 Αυγούστου 2020 (UTC)

γουρουνοστάσιο[επεξεργασία]

Υπάρχει; Έψαξα στο διαδίκτυο να το βρω αλλά δεν μου έβγαλε τίποτα. Το έχω ακούσει όμως να το λέει ο κόσμος. --Απόρρητος (συζήτηση) 12:03, 30 Ιουλίου 2020 (UTC)

Υπαρκτό. --FocalPoint (συζήτηση) 18:59, 30 Ιουλίου 2020 (UTC)

Φαίνεται να χρησιμοποιείται στη μπλογκόσφαιρα και σε σόσιαλ μίντια κυρίως, όχι όμως τόσο ως συνώνυμο του χοιροστάσιο, αλλά περισσότερο ως μειωτικός, απαξιωτικός χαρακτηρισμός (αργκό). ǁ ǁǁ Chalk19 (talk) 19:21, 30 Ιουλίου 2020 (UTC)

ὤδινεν ὄρος καὶ ἔτεκεν μῦν[επεξεργασία]

Θυμίστε μου παρακαλώ... η βαρεία είναι αποδεκτή; Στον φυλλομετρητή μου ως τίτλος φαίνεται ο τόνος έξω από το και. --FocalPoint (συζήτηση) 21:57, 30 Ιουλίου 2020 (UTC)

Ευχαριστίες ☏ FocalPoint, μεταφέρθηκε,και μπήκε η βαρεία μόνον εντός κειμένου (Βοήθεια:Βαρεία) ‑‑Sarri.greek  | 22:05, 30 Ιουλίου 2020 (UTC)

πρὸς ἠῶ τ᾽ ἠέλιόν τε[επεξεργασία]

Αντίστοιχα με το παραπάνω... και... είναι λήμμα; --FocalPoint (συζήτηση) 22:11, 30 Ιουλίου 2020 (UTC)

μελ μπλον[επεξεργασία]

Το βάζουμε ή είναι νωρίς;--Costaud (συζήτηση) 14:30, 2 Αυγούστου 2020 (UTC)

Υπαρκτό και θα υπάρχει και στο μέλλον, απλά από τυπική άποψη δεν έχει πολλές αναφορές ακόμη. [35] [36] [37] --FocalPoint (συζήτηση) 15:02, 2 Αυγούστου 2020 (UTC)

απλά ρισπέκτ--Costaud (συζήτηση) 22:05, 2 Αυγούστου 2020 (UTC)

Ελληνικιώτης[επεξεργασία]

Θεωρείτε ότι είναι δόκιμος όρος (ή γενικότερα υπάρχει) ως πατριδωνυμικό αυτών που διαμένουν στο Ελληνικό; Υπάρχει μια δήλωση του δημάρχου της περιοχής, αλλά έχω μερικές αμφιβολίες ως προς την ορθότητα. Βέβαια από ότι βλέπω υπάρχει ως επώνυμο οπότε μπορεί να δημιουργηθεί το λήμμα για το επώνυμο.--Τεχνίτης (ο Βικιλεξολόγος) 16:58, 3 Αυγούστου 2020 (UTC)

Ναι υπάρχει και ως επώνυμο, αλλά και ως τοπικό πατριδωνυμικό [38], [39], [40], σπάνιο (αλλά αναμενόμενο για τοπικό όνομα). --FocalPoint (συζήτηση) 17:39, 3 Αυγούστου 2020 (UTC)

Ευχαριστώ ☏ FocalPoint. Το ερώτημα ήταν για το πατριδωνυμικό. Θα προσθέσω τα σχετικά λήμματα.--Τεχνίτης (ο Βικιλεξολόγος) 17:47, 3 Αυγούστου 2020 (UTC)

τουρμάχος και τουρμών[επεξεργασία]

Κατά το διοικητικό σύστημα του Ηρακλείου Α' στο βυζάντιο η αυτοκρατορία διαιρέθηκε σε 29 θέματα. Κάθε θέμα, λοιπόν, διαιρούνταν σε κάποιον αριθμό τουρμών. Τα τούρμα είχαν επικεφαλείς τους τουρμάρχους. Το βρήκα έντυπα αλλά στο διαδίκτυο δε βρίσκω τίποτις.--Costaud (συζήτηση) 22:56, 4 Αυγούστου 2020 (UTC)

Να προσθέσω πως τα τούρμα ή τουρμά (δεν έχω ιδέα για την ορθογραφία) υποδιαιρούνταν για την ιστορία σε τοποτηρησίες.--Costaud (συζήτηση) 22:59, 4 Αυγούστου 2020 (UTC)

μιλίτρια[επεξεργασία]

Βρήκα έντυπα πως magistri militium μεταφράζεται και μάγιστρος της μιλίτριας.--Costaud (συζήτηση) 23:02, 4 Αυγούστου 2020 (UTC)

Αρχαία εθνικά[επεξεργασία]

☏ Costaud, θέλετε να ασχοληθεί κάποιος με αρχαία λημματα πατριδωνυμικά και εθνικά, να ανοίξει όλα τα λήμματα των περιοχών. να τα κάνει και στα νέα ελληνικά. Ελπίζω να έχει κάποιος τον χρόνο να το κάνει. Εν τω μεταξύ, μπορείτε να πληκτρολογείτε τη λέξη που θέλετε εδώ, στο ΛΟΓΕΙΟΝ]. Αν και δεν έχει πολλά κύρια ονόματα, έχει μερικά για να σας εξυπηρετήσει. ‑‑Sarri.greek  | 08:26, 5 Αυγούστου 2020 (UTC)
☏ Sarri.greek, ευχαριστώ για το Λόγειον θα το ελέγχω. Παρεπιπτόντως, ίσως έδωσα την εντύπωση ό,τι παριμένω μια άμεση απάντηση. Χαλαρά. Απλά τις ερωτήσεις μου καταλογώ σε αρχείο χωρίς διάθεση επίλυσης γιατί ξέρω ότι οι πάντες είναι απασχολημένοι. --Costaud (συζήτηση) 08:30, 5 Αυγούστου 2020 (UTC)
☏ Costaud, να μας φτάσει η σελίδα μεχρι το Δεκέμβρη! Κυριοι: όποιος θέλει να βοηθήσει. Έχουμε και επιπλέον πρόβλημα με τη διαφοροποιηση εθνικού/πατριδωνυμικού στα αρχαια. Κατηγορία:Εθνωνύμια (αρχαία ελληνικά) (ονόματα λαών στον πληθυντικό.) Εθνικά ονόματα / Πατριδωνυμικά ξεκαθάρισμα: πού θα μπουν τα ονόματα πολιτών κάποιας πόλης? Ευχαριστώ. ‑‑Sarri.greek  | 08:47, 5 Αυγούστου 2020 (UTC)

Costaud αυτό είναι πρακτικά ατελείωτο. Πάντως, αν ψάξεις τις απογραφές του ελληνικού πληθυσμού στη Βικιπαίδεια, μια από αυτές έχει τα εθνικά ονόματα όλων των οικισμών της Ελλάδας της εποχής εκείνης (ίσως 1850-1870, δε θυμάμαι). --FocalPoint (συζήτηση) 18:47, 5 Αυγούστου 2020 (UTC)

☏ FocalPoint, αυτό που λες είναι ένα άλλο πρότζεκτ που έχω στο μυαλό. Να πιάσω την Ελλάδα στο google maps και βήμα βήμα, ένα ένα τα χωριά της Ελλάδας να τα περάσω στη λίστα μου. Δεν έχω ακόμα λόγο φόρτου εργασίας ξεκινήσει. Δεν ξέρω αν έχω τα κουράγια.--Costaud (συζήτηση) 15:51, 7 Αυγούστου 2020 (UTC)

β' πληθυντικό[επεξεργασία]

Βλέπω σε αρκετές περιπτώσεις να γράφουμε «β' πληθυντικό»:

  • θρέψετε ...β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τρέφω...
  • μπασταρδευτείτε ...β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα...

Είναι σωστό αυτό; --FocalPoint (συζήτηση) 17:01, 6 Αυγούστου 2020 (UTC)