Βικιλεξικό:Ζητούμενα άρθρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Βικιλεξικό > Σελίδες συζήτησης > Ζητούμενα άρθρα


Ζητούμενα άρθρα
Αρχεία παλαιότερων συζητήσεων
Vista-file-manager.png

Αρχείο 1




    Αυτή η σελίδα είναι το κύριο μέρος για να ζητήσετε μια πληροφορία σχετική με μια λέξη ή έκφραση: ετυμολογία, παραδείγματα, κλπ.

    Για γενικές ή τεχνικές ερωτήσεις, απευθυνθείτε στην Πύλη.

    Arcimboldo Librarian Stokholm.jpg

    Πίνακας περιεχομένων

    Αιτήσεις[επεξεργασία]

    απολεξικοποιημένο ρήμα[επεξεργασία]

    σαν πολυλεκτικός όρος (ή απολεξικοποιημένος σαν επίθετο; ή και τα δυο;) --Xoristzatziki (συζήτηση) 19:44, 12 Φεβρουαρίου 2014 (UTC)

    Και τα δύο! --sVlioras (συζήτηση) 20:12, 12 Φεβρουαρίου 2014 (UTC)

    Latin dance[επεξεργασία]

    Ευρωπαϊκη κατηγορία χορού που χορεύετε με νταμα και καβαλιερο.Η κατηγορία αυτή έχει διάφορους χορούς όπως roumba,batsata,salsa,tsatsa,paso doble,rock and roll,jive κ.λ.π.........

    σεξαπίλ[επεξεργασία]

    Ορισμός: σεξ+appeal(-ing)(προέρχεται από τα αγγλικά) Συνώνιμα: ελκυστικός, δελεαστικός, ηθικά απελευθερωμένος.

    Παρτονε στον γαμο σου να σου πει Και του χρονου[επεξεργασία]

    αύτος που λέει κακά λόγια,που δεν πέριμενεις να πει κάτι καλό για κάποιον

    δείτε τη λέξη: γάμος

    entete[επεξεργασία]

    entete

    • δείτε τις λέξεις: entêté και entête
    • Αν και υποπτεύομαι πως ψάχνεις τη λέξη entente (Entente Cordiale)...

    κεράννυμι (grc)[επεξεργασία]

    --PaulaMeh (συζήτηση) 23:43, 8 Απριλίου 2014 (UTC)

    klopfen[επεξεργασία]

    Χτυπω

    χαμαιτυπείο[επεξεργασία]

    ετυμολογία: χαμαιτύπη = πόρνη (αρχ. ελλ.)

    σείεται[επεξεργασία]

    η γης σείεται,το λέμε όταν γίνετε σεισμός

    δείτε τις λέξεις: σείω και σείομαι --Flyax (συζήτηση) 20:49, 14 Μαΐου 2014 (UTC)

    fanon[επεξεργασία]

    fanon

    gulaire[επεξεργασία]

    gulaire

    κουρίν (το) στην κυπριακή διάλεκτο και σημαίνει παίνω ένα υπνάκο για λίγη ώρα

    Του «διατάσσοντος και του διατασσομένου»[επεξεργασία]

    φυσικά πρόκειται για αλληλεξάρτηση προϊσταμένου και υφισταμένου. Ξέρει κανείς ποια είναι τα ουσιαστικά στην ονομαστική τους κλίση των λέξεων στη γενική διατάσσοντος και διατασσομένου; Ευχαριστώ! --Costaud (συζήτηση) 12:26, 11 Ιουνίου 2014 (UTC)

    ο διατάσσων, ο διατασσόμενος

    Των «αδυνατούντων»[επεξεργασία]

    «ομάδες αδυνατούντων ή ευαίσθητων δικαιούνται...» ήθελα να ρωτήσω ποια είναι η ονομαστική ενικού της λέξης στη γενική πληθυντικού «αδυνατούντων». Είναι αδυνατών ή αδυνατούντας, αδύνατος ή κάτι άλλο; Ευχαριστώ για πριν και για τώρα. --Costaud (συζήτηση) 00:01, 13 Ιουνίου 2014 (UTC)

    Είλωτες[επεξεργασία]

    Ειναι οι παλιοί κάτοικοι που έγιναν δούλοι με την υποχρέωση να καλλιεργούν την γη και να παραδίδουν το ένα μέρος της παραγωγής τους στους ιδιοκτήτες της γης.

    Σεισαχθεια[επεξεργασία]

    Ειναι η απελευθέρωση αυτών που είχαν γίνει δούλοι γιατι δεν μπορούσαν να ξεπληρώσουν τα χρέη τους, και η απαγόρευση δανεισμού με εγγύηση την προσωπική του ελευθερία.

     Ετυμολογία :η λέξη σεισάχθεια παράγεται από τις λέξεις σείω (με τήν έννοια του αποσείω) και τη λέξη άχθος που σημαίνει βάρος.   Γ.Διάκος
    

    Οικιστής[επεξεργασία]

    Ο αρχηγός της μετανάστευσης ονομαζόταν οικιστής ο οποίος είχε ξεχωριστές ικανότητες και ενέπνεε εμπιστοσύνη σε ολους.

    Αποικισμός[επεξεργασία]

    Αποστολή αποίκων, ίδρυση αποικίας.

    Οπλιτική φαλαγγα[επεξεργασία]

    Ειναι οι πολίτες οι οποίοι στρατεύονται για να υπηρετήσουν τις ανάγκες ενός νέου οργανισμού συνόλου.

    Απέλλα[επεξεργασία]

    Ειναι μια λαϊκή συνέλευση στην οποία συμμετείχαν όλοι οι Σπαρτιάτες που είχαν ξεπεράσει το 30στό έτος της ηλικίας τους!

    Σοφιστές[επεξεργασία]

    Μορφωμένοι άνθρωποι, οι οποίοι είχαν συρευσει στην Αθήνα απ'ολα τα μέρη της Ελλάδας, ακομα και απο τις αποικίες, και δίδασκαν στους νέους την ρητορική με αδρή αμοιβή.

    Αναφέρεται η λέξη νέους... Με αυτο εννοουμε τα παιδια των πλουσίων Αθηναίων που ήθελαν να έχουν μια υψηλή σταδιοδρομία στον πολιτικό τομέα!

    στην τουαλέτα[επεξεργασία]

    γνωρίζετε πως λέγεται το βουρτσάκι (κοπρόβουρτσα) το οποίο βρίσκεται συνήθως δίπλα στην τουαλέτα και το χρησιμοποιούμε για τον καθαρισμό της μετά την ανάγκη μας; Ευχαριστώ. --Costaud (συζήτηση) 08:22, 11 Ιουλίου 2014 (UTC)

    πιγκάλ --sVlioras (συζήτηση) 09:05, 11 Ιουλίου 2014 (UTC)

    Βεργιδαρσία[επεξεργασία]

    κλαδί βεργιδαρσίας ως όργανο σωματικής τιμωρίας - birching [αγγλ.] ανυπόγραφο σχόλιο χρήστη με IP 2.84.207.189 28-07-2014

    Από πού επιβεβαιώνεται η ύπαρξη τέτοιας λέξης; --Flyax (συζήτηση) 11:49, 28 Ιουλίου 2014 (UTC)

    Σκάει ο τζίτζικας[επεξεργασία]

    Κάνει πολλή ζέστη

    Δημοτικό σχολείο[επεξεργασία]

    θυμάμαι στο δημοτικό σχολείο (καλά κι εγώ τι πάω και θυμάμαι), η καθηγήτριά μας είχε την έδρα της πάνω σε ένα ξύλινο κουτί ώστε να μπορούμε όλοι, ακόμα και τα τελευταία θρανία, να τη βλέπουμε όταν παρέδιδε. Θυμάστε πως λεγόταν αυτό το ξύλινο κουτί; Είχε μια ονομασία που μου διαφεύγει. --Costaud (συζήτηση) 22:32, 31 Ιουλίου 2014 (UTC)

    βάθρο; --sVlioras (συζήτηση) 14:54, 13 Αυγούστου 2014 (UTC)
    ευχαριστώ--Costaud (συζήτηση) 00:09, 20 Νοεμβρίου 2014 (UTC)

    vêtir[επεξεργασία]

    vêtir

    επισκέψιμος[επεξεργασία]

    Ορισμός: "που μπορεί να κάνουμε επισκέψεις". Chinedine (συζήτηση) 06:04, 22 Σεπτεμβρίου 2014 (UTC):*

    Κοντοπιστουλος (-η)[επεξεργασία]

    ο κοντοπόδαρος, εκείνος ή εκείνη που έχει δυσανάλογα μεγάλο κορμό σε σχέση με τα πόδια του

    ΑΟΙΔΟΙ[επεξεργασία]

    ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΣΑΝ ΤΑ ΕΠΗ ΤΟΥΣ ΜΕ ΣΥΝΟΔΕΙΑ ΦΟΡΜΙΓΓΑΣ Η ΚΙΘΑΡΑΣ. ΣΥΝΕΘΕΤΑΝ ΤΑ ΕΠΗ ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΑΖΟΝΤΑΣ ΠΡΟΦΟΡΙΚΑ ΒΟΗΘΟΥΜΕΝΟΙ ΟΠΩΣ ΠΙΣΤΕΥΑΝ ΑΠΟ ΤΗ ΜΟΥΣΑ. ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΣΑΝ ΣΕ ΣΥΜΠΟΣΙΑ Η ΣΕ ΕΟΡΤΑΣΤΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ. ΕΓΙΝΑΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΠΕΡΙΖΗΤΗΤΟΙ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΑΝΑΚΤΟΡΟ ΕΙΧΕ ΤΟΝ ΑΟΙΔΟ ΤΟΥ.ΖΟΥΣΑΝ ΚΥΡΙΩΣ ΣΕ ΑΥΛΕΣ ΒΑΣΙΛΙΑΔΩΝ Η ΕΥΓΕΝΩΝ. ΔΙΕΘΕΤΑΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΟΝΤΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥΣ ΟΙ ΝΕΟΤΕΡΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ Η ΔΑΣΚΑΛΟΥΣ.

    εφηλις[επεξεργασία]

    Έφηλις

    Υπάρχει το εφηλίς / εφηλίδα --sVlioras (συζήτηση) 07:51, 4 Οκτωβρίου 2014 (UTC)

    επτάμηνο[επεξεργασία]

    Περίοδος επτά μηνών ή οι επτά πρώτες μήνες του χρόνου. Chinedine (συζήτηση) 19:59, 6 Οκτωβρίου 2014 (UTC)

    υψιφραγμός[επεξεργασία]

    damping υψιφραγμός, ημιαπόσβεση, μετρίαση [ το damping δεν ειναι απόλυτη απόσβεση αλλα μετρίαση υψηλών στάθμεων]

    αποφυγή υψηλών τιμών πχ σε έκφραση γονιδίου, σε στατιστική εμφάνιση ή σε υψηλές δυναμικές ταλάντωσης

    Στη ραδιοφωνική εκμπομπή χρησιμοποιούν τεχνικές damping = υψιφραγμού, ώστε η φωνή του εκφωνητή να ακούγεται πιο δυνατά απ' την υψιφραγμένη δυναμικά μουσική.

    Υπάρχει ο χειροκίνητος και ο ψηφιακός υψιφραγμός.

    διατλαντικός[επεξεργασία]

    Διά του Ατλαντικού. Chinedine (συζήτηση) 11:37, 12 Οκτωβρίου 2014 (UTC)

    Βουληφόρος[επεξεργασία]

    (βουλή + φέρω)' ὁ συμβουλεύων, ὁ ἐκφέρων γνώμη.

    Εδεμικό[επεξεργασία]


    ξυ[επεξεργασία]

    ξυ

    καταλιπών[επεξεργασία]

    να καταγραψετε την κλιση της μετοχης καταλιπών

    καταλιπών

    Μεσσίας[επεξεργασία]

    Ο Χριστός

    Υπάρχει, βλέπε μεσσίας. --Flyax (συζήτηση) 19:01, 17 Νοεμβρίου 2014 (UTC)

    prestation {FR}[επεξεργασία]

    To prestation βρήκα στο γαλλοελληνικό λεξικό ότι σημαίνει δανειοδότηση/παροχή επιδόματος, όμως βρήκα σε κείμενο la ceremonie de prestation de serment s'est tenue Mardi a midi (αμελώ τόνους χάριν συντομίας). Σε αυτήν την περίπτωση, το prestation πως θα το μεταφράζαμε; Προφανώς εδώ δεν ταιριάζει η «χορήγηση δανείου».--Costaud (συζήτηση) 23:05, 30 Νοεμβρίου 2014 (UTC)

    Το Google translate, δίνει την λέξη "όφελος". Με βάση την αγγλική μετάφραση βρήκα ότι σημαίνει:
    1. benefit (=όφελος)
    2. cover (=κάλυμμα)
    3. service provided (=παρεχόμενη υπηρεσία)
    4. performance (=επίδοση)

    Η πρόταση που ανέφερες, αφού την μετέφρασα στο G.T (=Η τελετή ορκωμοσίας πραγματοποιήθηκε την Τρίτη το μεσημέρι), δεν είδα κάπου μεταφρασμένη την λέξη (με τις μεταφράσεις που ανέφερα πιο πάνω)...--Χρυσοχέρης (συζήτηση) 13:06, 1 Δεκεμβρίου 2014 (UTC)

    Χμ, μάλλον θα είναι συγκεκριμένη έκφραση. Θα συμφωνήσω με τη δική σου άποψη. Με μια γρήγορη αναζήτηση στη μηχανή γρήγορης περιήγησης βρήκα πολλά παρόμοια λήμματα, όπως: εδώ όπου: «Tout jeune avocat doit prêter serment avant de pouvoir exercer, lors d'une cérémonie au cours de laquelle chacun s'engage solennellement à respecter les principes essentiels de la profession d'avocat.» Παρατηρώ όμως πως χρησιμοποιούν το prêter serment, όπου preter σημαίνει πάντα με το δικό μου ταλαντούχο λεξικό «δανείζω». Άρα έχει και δεύτερη σημασία ως έκφραση, παρόλο που δεν αναγράφεται, σε τελετές ορκομωσίας, πχ ο παραπάνω σύνδεσμος αφορά την τελετή ορκομωσίας ενός δικηγόρου ενώ όταν ξεκίνησα να εκτυλίσσω το νήμα της συζήτησης δανείστηκα την πρόταση από τελετή ορκομωσίας της βουλής.--Costaud (συζήτηση) 13:55, 1 Δεκεμβρίου 2014 (UTC)
    να συμπληρώσω πως μάλλον το prêter και το prestation είναι συγγενικά, αλλά δεν παίρνω και όρκο μιας και δεν είμαι ειδικός, απλά ένας μελετητής.--Costaud (συζήτηση) 13:55, 1 Δεκεμβρίου 2014 (UTC)

    Η απάντηση υπάρχει ... στο Βικιλεξικό! Δείτε στο δικό μας το λήμμα prêter και στο γαλλικό τα λήμματα fr:prêter / fr:presτation. Prêter = δίνω, αποδίδω και κατόπιν δίνω κάτι με τον όρο να το πάρω πίσω, δηλ. δανείζω. Prestation de serment = το «δόσιμο» του όρκου, δηλαδή η ορκωμοσία. --Flyax (συζήτηση) 17:28, 1 Δεκεμβρίου 2014 (UTC)

    είναι αυτό που λένε πως η απάντηση βρίσκεται μπροστά μου και δεν τη βλέπω. Αυτό έπαθα.--Costaud (συζήτηση) 17:41, 1 Δεκεμβρίου 2014 (UTC)

    Αργό Πετρέλαιο[επεξεργασία]

    Είναι το πετρέλαιο το οποίο βγαίνει απο τα βαθύτερα στρώματα της γης χωρίς να υποστεί καμιά επεξεργασία. ανυπόγραφο σχόλιο χρήστη με IP 94.68.236.101 3-12-2014

    γλειφομούνι/αιδοιολειξία[επεξεργασία]

    χυδαιολογία (χυδαιολόγημα), ανεπίτρεπτη φράση

    στοματικό αιδοιϊκό σεξ

    Πυλαρινός (ως επίθετο)[επεξεργασία]

    Το συγκεκριμένο επίθετο, είναι υπαρκτό ως τις μέρες μας. Γεννήθηκε στην Πύλαρο της Κεφαλληνίας, από την Πύλαρο. Λόγω του ότι , η Πύλαρος βρίσκεται ανάμεσα σε δυό κόλπους, της Αγίας Ευφημίας και του Μύρτου. Το 1500 π.χ. η Πύλαρος και σε όλα τα νησιά του Ιονίου υπήρχε ο Μυκηναικός πολιτισμός. Τότε το 1500 π.χ. έλεγαν οι Μυκηναίοι ότι περνούσαν την πύλη , δηλαδή εκ των αρχαίων ελληνικών (πύλη +άρω), δημιούργησαν την σύνθετη λέξη, που έγινε και η ονομασία της, ως Πύλαρος. Μετά από περίπου 2500 χρόνια , η Πύλαρος γέννησε τον "γιό" της, τον μοναχογιό της, τον Πυλαρινό.

    Συγκεκριμένα εμφανίστηκε και εμφανίζεται στο Ιόνιο πέλαγος και στα νησιά αυτού, δηλαδη στον τόπο καταγωγής του αρχικα. Με τον Ιάκωβο Πυλαρινό(1659-1718), ιατρός, πρωτοπόρος του εμβολιασμού . Ο Ιάκωβος Πυλαρινός ήταν από το Ληξούρι, σπούδασε στην Πάντοβα της Ιταλίας Νομική και μετά ξανά πήγε στν Πάντοβα και σπούδασε Ιατρική και διακρίθηκε ως ο πρωτοπώρος του εμβολιαμού κατά της Ευλογιάς.

    Με την πάροδο των χρόνων των και συγκεκριμένα. γύρω στο 1500 μ.χ. κάποιος ή κάποιοι έφτασαν στην Ζάκύνθο. Εικάζεται ότι ο Πύλαρινός, που κατέπλευσε τότε στην ορεινή Ζάκυνθο,πιο συγκεκριμένα στις Ορθονιές της Ζακύνθου. Ήταν κάποιος , που ήταν κυνηγημένος και πιθανότατα ήταν κλέφτης. Αν αυτή η εικασία επαληθεύεται, τότε ο Πυλαρινός θα κατέπλευσε τότε στον Μακρύ Γιαλό των Ορθονιών.

    Εν έτη 2014, οι Πυλαρινοί είναι σκορπισμένοι, ανά την Ελλάδα και ανά την Υφήλιο. Σε Καναδά, Αμερική, Αυστραλία, Αγγλία και σε άλλες χώρες. Στην Ζάκυνθο πάλι έχουν σκορπίσει από τις Ορθονιές, αλλά το χωριό έχει εγγεγραμμένους γύρω στους 300, πιθανολογείται επίσης ότι, ένας τέτοιος αριθμός περίπου , υπάρχει και στο υπόλοιπο μέρος του νησιού.

    Γνωστοί είναι οι:

    Ιάκωβος Πυλαρινός (1659-1718), ιατρός, πρωτοπόρος του εμβολιασμού Όθων Κωνσταντίνου Πυλαρινός (1903-1990), καθηγητής μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών Όθων Σταματέλου Πυλαρινός (1833-1899), καθηγητής Νομικής των πανεπιστημίων Κερκύρας και Αθηνών, βουλευτής Πάλης (γιος του Σταματέλου) Ραφαήλ Πυλαρινός (1962-), μαέστρος. Διονύσιος Πυλαρινός(1925-) μαέστρος. Ανδρέας Πυλαρινός (1963-) βαρύτονος. Μπάμπης Πυλαρινός (1966-) ζωγράφος. Σταματέλος Πυλαρινός (1796-1875), ιατρός και ριζοσπάστης πολιτευτής. Φραγκίσκος Πυλαρινός (1802 -1882), καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, υποστηρικτής της ένωσης των Επτανήσων με την Ελλάδα και υποστηρικτής των θεωριών του Σαιντ-Σιμόν.

    σπεσιαλιτε[επεξεργασία]

    το σπεσιαλιτε φαη .Δηλαδη φραουλα με μπανανα και γαρνιτουρα ειναι μια παχυντικη σπεσιαλιτε


    Ρήμα Γιαίνω[επεξεργασία]

    Γιαίνω

    Ετυμολογια

    γιαίνω >ιαίνω >ιάομαι-ιώμαι

    Ρήμα

    γιαίνω
    1. θεραπεύω/γιατρεύω(αμτβ)
    2. θεραπεύομαι/γιατρεύομαι(μτβ)
    Από τα αρχαία ρήματα ιαίνω και ιάομαι ,που σημαίνουν θεραπεύω ,παράγονται επίσης οι λέξεις ίαμα, ίαση, ιάσιμος, Ιασώ(κόρη του Ασκληπιού),ιατός,ιατρός κ.λ.π.
    Το ρ. γιαίνω δεν προέρχεται από το υγιαίνω,το οποίο σημαίνει απλώς είμαι καλά στην υγεία, είμαι υγιής.Οι λέξεις αυτές δεν έχουν άμεση σχέση - εννοιολογική ή ετυμολογική- με τις λέξεις γιατρός και ίαμα/γιατρικό,που γιαίνουν/γιατρεύουν κάθε ιάσιμη/ιατή νόσον, με αποτέλεσμα την γιατρειά/ίαση.
    Το "γ" στο ιαίνω προστέθηκε λόγω συνίζησης και προς αποφυγήν χασμωδίας.
    Γ. Διάκος, Διδάκτωρ Ιατρικής.
    Πολλά αξιόλογα λεξικά (π.χ. του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ή του Μπαμπινιώτη) λένε αυτό που είναι γραμμένο και στο βικιλεξικό: μσν. γιαίνω < αρχ. ὑγιαίνω... Έχετε υπόψη σας κάποια άλλη επιστημονική πρόταση που να στηρίζεται σε στοιχεία της γλωσσολογικής επιστήμης κι όχι διαισθητικά ή προσωπικών προτιμήσεων; --sVlioras (συζήτηση) 09:03, 9 Δεκεμβρίου 2014 (UTC)

    Γνωρίζω ότι τα λεξικά που αναφέρατε,όπως και άλλα(Σταματάκου, Φυτράκη-Τεγόπουλου), λένε: μσν γιαίνω<υγιαίνω.

    Ρωτάτε άν έχω άλλη επιστημονική πρόταση που να στηρίζεται σε στοιχεία γλωσσολογικής επιστήμης. Μα τα πιο πάνω λεξικά αναφέρουν απλώς την προέλευση εκ του υγιαίνω χωρίς καμιά άλλη (υπο)στήριξη.Γιατί δηλ. δεν προέρχεται από το επίσης αρχαίο ρήμα ιαίνω, που πραγματικά σημαίνει θεραπεύω/ομαι,με προσθήκη του "γ", που προ του "ι" είναι "αναγκαστική" για λόγους ευκολότερης εκφοράς του λόγου,όπως ακριβώς στις λέξεις π.χ.πυρκα(γ)ιά, σκά(γ)ια και σ'αυτό καθαυτό το γράμμα "ιώτα" που προφέρεται-και γράφεται- "γιώτα"

    Μερικές φορές τα λεξικά (όλα αξιόλογα) παρουσιάζουν κάποιες αβλεψίες, ελλείψεις κ.λ.π..Γι'αυτό,πιο κάτω παραθετω άλλη λέξη προς συζήτηση. ανυπόγραφο σχόλιο χρήστη με IP 94.65.71.168 14-12-2014

    Ως μια άλλη άποψη είναι βεβαίως σεβαστή. Στη σελίδα όμως του λήμματος δεν μπορεί να μπει εφόσον δεν εχει επίσημη (επιστημονική) τεκμηρίωση. Να προσθέσω επίσης ότι η δική σας πρόταση δεν εξηγεί την κατάληξη του ρήματος σε -αίνω. Αντίθετα η επικρατούσα άποψη περί αποβολής του αρχικού άτονου φωνήεντος υποστηρίζεται από πάρα πολλά άλλα παραδείγματα (όπως ημέρα-μέρα, εβδομάδα-βδομάδα κλπ) και εξηγεί και την κατάληξη. Όμως γιατί γίνεται εδώ αυτή συζήτηση; Η καλύτερη θέση θα ήταν στη Συζήτηση:γιαίνω. Αν γράφετε κάτι στο Αμμοδοχείο, μην παραπονιέστε που σβήνεται. Ό,τι γράφουμε στην άμμο, σβήνεται εύκολα και απροειδοποίητα. Δεν είναι χώρος για συζήτηση αλλά για πειραματισμούς. Αν θέλετε να γράψετε για τη λέξη γκαρδιακός, πηγαίνετε κατευθείαν στη Συζήτηση:γκαρδιακός. --Flyax (συζήτηση) 21:39, 14 Δεκεμβρίου 2014 (UTC)

    ξενοφοβικός[επεξεργασία]

    Που έχει σχέση με τη ξενοφοβία. Chinedine (συζήτηση) 18:24, 14 Δεκεμβρίου 2014 (UTC)

    Yes check.svg Έγινε--Morretor (συζήτηση) 18:52, 14 Δεκεμβρίου 2014 (UTC)

    Οὐκ αὐτίκα δώσεις ἀσπίδα; Σὺ δὲ κόμιζε θώρακα

    διαθρησκειακός[επεξεργασία]

    Που συμβαίνει μεταξύ θρησκειών. Chinedine (συζήτηση) 21:06, 22 Δεκεμβρίου 2014 (UTC)

    χάινα[επεξεργασία]

    Πρέπει να είναι αραβικής προέλευσης λέξη και σημαίνει ή καλύβα ή σκηνή ή κάτι παρόμοιο. Ξέρει κανείς περισσότερα; --Flyax (συζήτηση) 10:40, 23 Δεκεμβρίου 2014 (UTC)

    Όσο κι αν κοίταξα, δεν βρήκα τίποτε. Πού το βρήκες; Για δώσε συμφραζόμενα... --sVlioras (συζήτηση) 17:55, 23 Δεκεμβρίου 2014 (UTC)
    Σ'ένα βιβλίο του Γιάννη Μαγκλή, 1963. Ένας Άραβας προσκαλεί δυο Έλληνες στο "κονάκι" του. Στην επόμενη σελίδα, αντί για "κονάκι" λέει "χάινα". Καλά Χριστουγεννα. --Flyax (συζήτηση) 17:28, 24 Δεκεμβρίου 2014 (UTC)

    ακτοφύλακας[επεξεργασία]

    Φύλακας των ακτών. Chinedine (συζήτηση) 09:47, 30 Δεκεμβρίου 2014 (UTC)

    ενδοσυνεδριακός[επεξεργασία]

    Στο χρηματιστήριο, λέγεται για κάτι που συμβαίνει μέσα στη συνεδρίαση(;) Chinedine (συζήτηση) 08:24, 31 Δεκεμβρίου 2014 (UTC)

    Πλημμυρίζω[επεξεργασία]

    όταν γεμίζω το χώρο που έχω με νερό
    

    ηλεκτρονική διεύθυνση[επεξεργασία]

    η διεύθυνση,στην οποία μπορείς να στείλεις,αλλά και να σου στείλουν μηνύματα

    σκυθρωπος σημαινει[επεξεργασία]

    Εκείνος που εχει ή δειχνει κακή ψυχική διάθεση.

    Συνώνυμα:κατσούφης Αντώνυμα:ευδιάθετος

    Χρήση-Παράδειγμα Η χαμένη ομάδα του αγώνα ήταν γεμάτη σκυθρωπές φάτσες

    σκυθρωπός

    Οφείλω[επεξεργασία]

    χρωστάω κάτι σε κάποιον μετά απο μια χάρη . π.χ.Αφού εσύ μου χάρισες την γόμα σου σου χρωστάω μια καινούργια .

    οφείλω

    πρένζα[επεξεργασία]

    υποπροιόν του ξινόγαλου Αφού αφαιρεθεί το βούτυρο από το γάλα γίνετε ξινόγαλο. Στη δυνέχεια βράζουμε το ξυνόγαλο και εκεινο που στερεοποιειτε μετα το βρασιμο ειναι η λεγόμενη πρένζα

    Υπόδειγμα[επεξεργασία]

    Υπόδειγμα (θηλυκό)

    Συνώνημη λέξη(πρότυπο)

    Παράδειγμα προς μίμηση.

    ΠΑΡΑΔΕΙΜΑ:Αυτός ο άνθρωπος,είναι τόσο θαρραλέος.Είναι υπόδειγμα θάρρους για τους άλλους.

    ανωφερικός[επεξεργασία]

    που έχει σχέση χωρικά με πάνω, βρίσκεται πάνω μεριά, [όχι αναγκαστικά ανηφορικός δεν έχει σχέση με κλίση εδάφους αλλά δεν αποκλείεται κι αυτό αν κάποιος ανεβαίνει προς τα πάνω]

    Ελαϊκή[επεξεργασία]

    ελαϊκη αναφέρεται στην ελιά και στα προϊόντα της: Ελαϊκή πολιτική, που αφορά την καλλιέργεια ελαιόδεντρων και την παραγωγή και εμπορία ελαιοκάρπου και ελαιολάδου. 2. για χημικές ενώσεις που περιέχονται σε φυτικά έλαια ή ζωικά λίπη: Ελαϊκή αλκοόλη. Ελαϊκό οξύ.

    Το έψαξες; υπάρχει το ελαϊκός!!!

    βιοηθικη

    κατωθι υπογεγραμμένος[επεξεργασία]

    δείτε τη λέξη: υπογεγραμμένος --Flyax (συζήτηση) 10:19, 22 Φεβρουαρίου 2015 (UTC)

    Τρολ(λ)άρω[internet slang][επεξεργασία]

    Όταν κάποιος "τρολ(λ)άρει", απλά λέει βλακείες-ψέματα για να σπάσει πλάκα με αυτούς που τον πιστεύουν. τρολάρω<αγγλικό troll

    troll σημαίνει ψαρεύω με πολλαπλά δολώματα. Τα τρόλς [trolls, web-trolls] δεν έχουν σχέση με την ομόηχη αγγλική troll=γίγας ή τέρας αλλά περισσότερο με την αγγλική ερμηνεία "ψαρεύω με δόλωμα"

    Το τρόλ ή ο τρόλερ[troll, πολύ σπάνια troller] εξαπολύει δολώματα για καβγά, πολλές φορές χωρίς να εκφράζει άμεσα την άποψή του αλλά κάποιες φορές επιδιώκει απώτερο σκοπό [όχι πάντα, κάποια τρόλ [τα τρόλς - χρησιμοποιείται ως ουδέτερο παντα και μπαίνει το τελικό "ς" γιατί αφορά ορολογία μεταξύ αγγλομαθών Ελλήνων]

    Το τρολ(λ)ινγκ [trolling ή τρόλλινγκ από Έλληνες με σεβασμό στην Αγγλική ορθογραφία, μη μπαμπινιωτική γραφή] ακαδημαικοί το έχουν παρομοιάσει με την σοφιστεία.

    Ο σοφιστής είτε έχει απώτερο σκοπό, είτε απλά ελέγχει τα όρια του αντιπάλου του, το ίδιο και το τρόλ. Ο σοφιστής θέτει καυτά ερωτήματα και εκφράζει θέσεις πέρα απ' τα κοινωνικά κλισέ, σκεπτόμενος με αναλυτικούς μηχανισμούς που δεν εμπεριέχουν πάντα την επικρατούσα αίσθηση της ηθικής, το ίδιο και το τρόλ. Ο σοφιστής, δεν εκφράζει απαραίτητα την άποψή του, απλά εξερευνεί πολλές εκδοχές, χωρίς απαραίτητα να συνδέεται συναισθηματικά με τα λεγόμενά του, το ίδιο και το τρόλ.

    Ο φιλόσοφος αποτελεί κοινωνικό σοφιστή, ή σοφιστή ενσυναίσθησης, άρα ο φιλόσοφος δεν είναι τρολ, εφ' όσον ενδιαφέρεται να βελτιώσει συνήθως της κοινωνικές συνθήκες και την ζωή των ανθρώπων, όχι όμως πάντα. Μερικά φιλοσοφικά ρεύματα εμπεριέχουν ή επιτρέπουν τεχνικές σκέψης συγγενικές με το τρολλινγ.

    Η έλλειψη βάθους δεν είναι απόλυτο στοιχείο του τρόλινγκ, στατιστικά το τρολινγκ δεν έχει βάθος ηθικό-φιλοσοφικό-νοηματικό, μα όχι πάντα.

    Πιο μόνιμο χαρακτηριστικό του τρόλινγκ, χωρίς κι αυτό να είναι απόλυτο, είναι η λεκτική επιθετικότητα που γεννά ή εμπεριέχει.


    > διαφωνώ!!!! θεωρώ ότι το "διαδικτυακό τρολ" εμπεριέχει και την έννοια troll-ψαρεύω [θύματα εν προκειμένω] αλλά και troll-τέρας-καλικάντζαρος λόγω της κακής συμπεριφοράς των διαδικτυακών τρολ - τρολ(λ)αριστών [web trolls ή web trollers] [βλέπε wikipedia internet trolling]


    επίσης διαφωνώ με τον Μπαμπινιώτη που είναι ελληνοκεντριστής ασελγώντας πάνω σε άλλες γλώσσες. Εφ' όσον έχουμε λ, δεν θα κουραστεί το χεράκι μας να γράψουμε τρολλ τιμώντας την αρχική γλώσσα. Όπως απαιτούμε από τους αγγλόφωνους να βάζουν τα 2 λάμδα στις ελληνόριζες λέξεις [όπως και πράττουν] το ίδιο θα πρέπει να κάνουμε κι εμείς.

    Ο ισχυρισμός "είμαι δεξιός πατριώτης" είναι άσχετος, εφ' όσον και οι δεξιοί 'Αγγλοι σέβονται τις ελληνόριζες λέξεις και γράφουν ορθά τα διπλά ή μονά μας l (λ). Το γεγονός ότι κάποιος είναι πολιτικά συντηρητικός, δεν του δίνει το δικαίωμα σε μονομερείς καταστροφές ενώ η απέναντι πλευρά επιδεικνύει σεβασμό. Δεν θα γίνουμε περισσότερο ελληνόφωνοι διαλύοντας γλώσσες άλλων. Είναι πολύ μικρόψυχο και στενόμυαλο, αυτό το μεγάλο ΕΓΩ θα μας φάει!!!



    Πηγή: www.lifo.gr

    επαναδιαπραγματεύομαι[επεξεργασία]

    «επαναδιαπραγματεύομαι» είναι «διαπραγματεύομαι ξανά». Chinedine (συζήτηση) 20:18, 22 Φεβρουαρίου 2015 (UTC)

    κατζίο[επεξεργασία]

    • Μικρό θυμιατό με 6 κουδουνάκια 3 σε κάθε πλευρά με βάση για να στέκεται πάνω σε μια επίπεδη επιφάνεια. Με αυτό θυμιάζει ο ιερέας κατά την έναρξη του Όρθρου την Μεγάλη Εβδομάδα.
    ΟΚ --sVlioras (συζήτηση) 23:02, 24 Φεβρουαρίου 2015 (UTC)

    ti ine patitiri[επεξεργασία]

    παίζουν[επεξεργασία]

    ειναι ρημα

    δείτε τις λέξεις: παίζω και παίζουν --Flyax (συζήτηση) 13:08, 2 Μαρτίου 2015 (UTC)

    χάνομαι από το πρόσωπο της γης[επεξεργασία]

    ετυμολογία χάνομαι από το προσώπιον της γαίας

    Σημασία ΕΞΑΦΑΝΊΖΟΜΑΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΜΕ ΒΡΟΥΝ

    διασυνοριακός[επεξεργασία]

    Chinedine (συζήτηση) 07:56, 8 Μαρτίου 2015 (UTC)

    αιτότητα[επεξεργασία]

    αιτιότητα - causation, το γενικό πλαίσιο και οι συνθήκες μέσα στις οποίες αναπτύσσεται το συγκεκριμένης περίπτωσης "αιτιατό - causality"

    βλέπε "Probabilistic Causation (Stanford Encyclopedia of Philosophy)"

    http://plato.stanford.edu/entries/causation-probabilistic/

    Μήπως εννοείτε αιτιότητα ; --Flyax (συζήτηση) 14:32, 14 Μαρτίου 2015 (UTC)

    εφταμελής[επεξεργασία]

    και οκταμελής, οχταμελής. Chinedine (συζήτηση) 07:49, 14 Μαρτίου 2015 (UTC)

    σχόλιο: εφταμελής και επταμελής είναι και τα δυο σωστά, την ακύρωση της λέξης επταμελής επιθυμεί τμήμα της αριστεράς, δεν θεωρώ σωστό να πολιτικοποιούμε το λεξιλόγιο με διαγραφές και συρρίκνωση της γλώσσας, το εφταμελές όντως είναι ανεπίσημη λέξη και καθημερινή, η προσθήκη μιας λέξης δεν συνεπάγεται πάντα με αντίστοιχες διαγραφές για πολιτικούς λόγους [τα αριστερά άτομα αυτά συνήθως λένε δεν είμαι αριστερός ή δεν το έκανα επειδή είμαι αριστερός, το γνωρίζω και διαφωνώ απόλυτα γενικά με την πολιτικοποίηση της γλώσσας, κυρίως μέσω διαγραφών]

    αντιμαγιστής[επεξεργασία]

    αντιμαγιστής/ μη μαγικά σκεπτόμενος

    ο όρος άθεος πλάστηκε από θεϊστές ενάντια στους αθέους από την οπτική της θείας άρνησης

    ο όρος αντιμαγιστής-μη μαγικά σκεπτόμενος, αφορά την ψυχική διαταραχή "magical thinking" [το αναφέρω όπως αναφέρεται επισήμως, γιατί πολλά ελληνικά κείμενα περί τις "μαγικής σκέψης" αναφέρονται στο "wishfull thinking" που δεν ταυτίζεται σαν κατάσταση - εγκεφαλική διεργασία, κι ας μοιάζει σε κάποιες περιπτώσεις ατόμων που παρουσιάζουν σχετικά συμπτώματα.

    Ο "αντιμαγιστής" είναι ένας νεοαθεϊστικός όρος. Ο νεοαθεϊσμός έχει πολλά παρακλάδια. Ένα από αυτά αποτελεί η απόπειρα επαναπροσδιορισμού του αθεϊσμού εκ των έσω. Η επικρατούσα νεο-αθειστική τάση δεν αφορά την αντιμαγιστική προσέγγιση μα την άμεση επίθεση μέσω διαλόγου με τους θειστές. Ο αντιμαγισμός είναι αυτοτελής ορισμός του αθεϊσμού και η προοπτική για το μέλλον, πχ κοινωνική και υποστηρικτική οργάνωση για μέλη και μη, ειδικά από κοινότητες ουμανιστών-αθεϊστών. Ο λαϊκιστικός αθεϊσμός δεν προτιμά την αυτούσια εξέλιξη του αθεϊστικού κινήματος, αλλά επιθυμεί την άμεση σύγκρουση με τους πιστεύοντες, άρα και ορολογία αντι-θεϊστικής βάσης, και όχι ορθολογικής θετικής αθεϊστικής σκοπιάς. Ο λαϊκιστικός αθεϊσμός, χρησιμοποιεί τον αρνητικό ιδεολογικό ετεροπροσδιορισμού αφού πρώτος στόχος του είναι η διαμάχη και όχι ο αυτοπροσδιορισμός ή οι εσωτερικές διεργασίες εξέλιξης και λειτουργικότητας. Ο επιθετικός αθεισμός με κυρίαρχη φυσιογνωμία τον Richard Dawkins επικρατεί του ενδοσκοπικού αντιμαγισμού. Αμελητέα ομάδα αθέων επιχείρησαν να συμφιλιώσουν τον επιθετικό αθεισμό του Dawkins με την ενδοσκοπική αντιμαγιστική προσέγγιση χωρίς επιτυχία, εφ' όσον ιδεολογικά όσο αφορά τον τρόπο προσέγγισης του ορισμού των κινημάτων υπάρχει χάσμα.

    δαμέ[επεξεργασία]

    Η λέξη δαμέ σημαίνει εδώ, εδώ πέρα, εδώ κοντά, στα κυπριακά.

     ετυμολογια:δα(=εδώ,δω)+χαμαί>δαχαμαί>δααμαί>δαμαί
      (γιδ)
    

    άφυλος[επεξεργασία]

    1. ασεξουαλικός, χωρίς γενετήσιες ορμές
    2. χωρίς λειτουργικά γεννητικά όργανα ή με ορμονικά προβλήματα
    3. μειωτικά-απαξιωτικά για άνθρωπο που δεν μοιάζει φυσιογνωμικά να ανήκει σε κάποιο φύλο
    4. μειωτικά για αμφισεξουαλικό άτομο ή άτομο που σεξουαλικά αποκλίνει από το επικρατόν σεξουαλικό πρότυπο

    φωτοταχυντικός[επεξεργασία]

    1. που αφορά την ταχύτητα του φωτός, ή φωτόνιο που κινείται στο κενό στην απόλυτη ταχύτητα του φωτός
    2. που αφορά την αναλογία εξωτερικής ταχύτητας και εσωτερικού χρονισμού, φωτοταχυντικό ισοζύγιο, αφορά συγκεκριμένα την ειδική θεωρία της σχετικότητας (όχι άμεσα την γενική μα έμμεσα εφ' όσον είναι αλληλένδετες)
    3. που αφορά συνολικά την ειδική θεωρία της σχετικότητας
    4. που αφορά ενέργεια ή αλληλεπίδραση σωματιδίων που συγκρούονται έχοντας προσεγγιστικά την ταχύτητα του φωτός ή εσωτερικό χρονισμό αντίστοιχης ενεργειακής στάθμης (παγωμένος εσωτερικός χρονισμός)
    5. άμεσος (μεταφορικά), πάραυτα ενεργών-επιδρών

    αντιμαγισμός[επεξεργασία]

    1. μη πίστη στο μεταφυσικό
    2. ταύτιση των θαυμάτων με μαγεία και μη πίστη σε αυτά
    3. αθεϊστικό κίνημα επιστημονικού προσδιορισμού (βλέπε ψυχιατρική, magical thinking) χωρίς αφετηρία θεϊστικής άρνησης (η άρνηση γίνεται πάνω σε ψυχική διαταραχή και όχι άμεσα σε θεϊστική βάση)

    πρωτοβάθμια[επεξεργασία]

    Είναι η πρώτη βαθμίδα εκπαίδευσης που ακολουθούμε

    πενη[επεξεργασία]

    --194.63.239.233 08:55, 30 Μαρτίου 2015 (UTC)

    τηλεδιακυβέρνηση[επεξεργασία]

    τηλεδιακυβέρνηση [τηλέ-δια-κυβέρνηση]

    Επίσημα πρωτόκολλα ηλεκτρονικής καταγραφής, μεταφοράς, αναζήτησης ή μεταβολής δεδομένων κρατικού χαρακτήρα, με χρήση κωδικών από τον πολίτη και ρυθμιζόμενα όρια προσβασιμότητας σε αυτά από δημοσίους υπαλλήλους, ανάλογα με τον τομέα της υπηρεσίας τους ή τον βαθμό τους.

    Ευρυπρόσωπος[επεξεργασία]

    Ευρυπρόσωπος, χοντρομάπας (μειωτικό)

    ΣΗΜΕΙΩΣΗ: η λέξη ευρυπρόσωπος δύναται να χρησιμοποιηθεί και ως "λόγιο μειωτικό". "Λόγια μειωτικά" ονομάζονται λεπτοφτιαγμένες, δόκιμες ή ημιδόκιμες λέξεις, που διαλύουν ψυχικά το θύμα, όμως είναι δύσκολο νομικά να διώξεις πχ. κάποιον "λόγιο υβριστή" (όχι αδύνατο αν αποκαλυφθεί επανάληψη κατόπιν κατά μαρτυρία γνώσης πρόκλησης ψυχικού πόνου ή δόλος)

    Η λέξη "ευρυπρόσωπος" δύναται να πληγώσει ψυχικά κάποιον άρα ανήκει στις "δυνητικά ανεπίτρεπτες" λέξεις [δεν ισχύει η φράση "μα όλες οι λέξεις δύναται να είναι μειωτικές" διότι δεν μιλάμε εδώ για συμφραζόμενα, ή προηγούμενη ψυχική-συμπεριφορική κατάσταση (ψυχικό κλίμα, προηγηθέντα διάλογο κτλ.) αλλά για την ικανότητα μιας αυτοτελούς λέξης χωρίς να προηγείται μνήμη-τσακωμός-διάλογος να πληγώσει άμεσα κάποιον από μόνη της] -

    άρα δύναται κατά την χρήση της λέξης αυτής και μόνο, να υπάρχει αυτοτελής μειωτική αιτιότητα ή να ερμηνευθεί ως μειωτική

    εγωλογία - rant (αγγλικά) νοηματικό παρακλάδι με ελληνικές λέξεις ως συστατικά[επεξεργασία]

    εγωλογία - rant (αγγλικά) νοηματικό δάνειο με ελληνικές λέξεις ως συστατικά

    η εγωλογία δύναται να σημαίνει και rant, η αγγλική λέξη rant όμως έχει μεγαλύτερο νοηματικό εύρος και αφορά ομιλία με στόμφο χωρίς συστολή, οπότε δεν είναι εντελώς νοηματικό δάνειο αλλά περισσότερο νοηματική αφετηρία-παρακλάδι νοηματικό

    σκαλέτα[επεξεργασία]

    Εμφανίζεται στο τραγούδι του Κώστα Σκαρβέλη «Το παιχνίδι του αμερικάνου», https://www.youtube.com/watch?v=B-xg4uLG3m0 . Ο ιστότοπος «λεξιλογία» την αποδίδει περίπου σαν «ιδέα σενάριου», http://lexilogia.gr/forum/showthread.php?6581-step-outline-σκαλέτα , πράγμα που σημαίνει ότι η λέξη μπορεί να έχει περισσότερες έννοιες από μία.

    αδιαβροχοποιώ[επεξεργασία]

    ποτήριον[επεξεργασία]

    Σημαίνει το ποτήρι

    για τον πούτσο[επεξεργασία]

    για κάποιον ή κάτι που δεν αξίζει

    ομάκοοι

    Κύριο Όνομα[επεξεργασία]

    Σαμαλτάνα είναι όνομα και θέλω να μάθω από που προέρχεται.

    Δες Σαμαλτάνα. Υποθέτω ότι προέρχεται από αρχικό τύπο *Samatlan. Samat είναι ονομασία διαφόρων τουρκικών χωριών, π.χ. στην επαρχία Simav της Κιουτάχειας. Το -lan είναι επίθημα που συχνά τίθεται ως κατάληξη, ιδίως κάποιων άγριων ζώων, π.χ. kaplanκαπλάνι. Υποθέτω λοιπόν πως η αρχική σημασία θα ήταν «κάποιος / κάποια (άγριος/άγρια!) που κατάγεται από το χωριό Samat». Ίσως να κάνω και λάθος! --sVlioras (συζήτηση) 10:08, 29 Μαΐου 2015 (UTC)

    Βυζόδουλος[επεξεργασία]

    Βυζόδουλος ονομάζεται συνήθως ο αντρας(εκτός και αν ειναι γυναίκα με διαφορετικές σεξουαλικές προτιμήσεις) που θαυμάζει και πράττει τα παντα για ένα ωραιο γυναικείο στήθος. Ειναι συνθέτη λέξη και αποτελείται απο το α'συνθετικο "βυζι" και το β'συνθετικο "δούλος".

    Κολάδικο[επεξεργασία]

    Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

    Κολάδικο < εκ της τουρκικής λέξεω karakol που σημαίνει (αστυνομικός ή στρατιωτικός) σταθμός.

    Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

    Κολάδικο ουδέτερο

    • Κολάδικο αποκαλείται στη γλώσσα της αργκό το περιπολικό όχημα της ελληνικής αστυνομίας, το οποίο φέρει και άλλες ονομασίες στη μάγκικη γλώσσα. Δεν έχει καμία σχέση με το "κωλάδικο".

    ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Οι περισσότεροι διαφωνούν με την άποψη το αρθρογράφου του κειμένου. Το αστυνομικό όχημα αναφέρεται ως κωλάδικο με σαφέστατο "ω" λόγω αντιπάθειας ή μίσους προς τους αστυνομικούς, πιθανώς να γίνουν δεκτά και τα δύο...


    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

    περιπολικό, μπατσικό

    τυρομούνα, τυροκαύλης, τυροβάλανος (λέξεις καθομιλουμένης)[επεξεργασία]

    ο γενετήσια άπλυτος, η γενετήσια άπλυτη

    άτομο που δεν πλένει συχνά ή σχολαστικά τα γεννητικά του όργανα από ντροπή (πχ. παρθενία) ή απλυσιά, με αποτέλεσμα συσσώρευση νεκρών κυττάρων, ξηραμένων ούρων (λευκοκίτρινη παχύρευστη ουσία πολλές φορές αναμεμειγμένη με βλέννα) και αποπνικτική δυσωδία

    [είναι γνωστό και σε ουρολόγους πέρα από άτομα με συχνή ερωτική ζωή, γιατί αυξάνεται η πιθανότητα να έρθουν σε επαφή (όχι πάντα ερωτική) με "γενετήσια άπλυτο" άτομο]

    πχ. μια κοπέλα παρθένα, δύναται να είναι και τυρομούνα λόγω ντροπής, το πλύσιμο από πάνω δεν αρκεί πάντα, σε φαρμακείο υπάρχουν ειδικά σαμπουάν για άντρες και γυναίκες, διότι το κοινό σαμπουάν δεν συνίσταται από δερματολόγους για πολλούς λόγους (πχ αλλεργίες, μεταφορά βακτηρίων πχ από σαπούνι χειρός στην γενετήσια περιοχή, ακατάλληλα χημικά για το pH του γενετήσιου δέρματος κτλ.)


    πληγηρός[επεξεργασία]

    πληγωτικός (που πληγώνει συνήθως πολύ ή βαθιά), ή γεμάτος πληγές (παράδειγμα: ο ληστής σερνόταν πληγηρός-πληγωμένος βαριά-ποιητική χρήση μα όχι μόνο, πχ και σε πολιτικά κείμενα, ειδησεογραφία, πεζογραφία) [επαρχιακά: πληγερός]

    πληγηρό χτύπημα - βαρύ/σοβαρό χτύπημα

    μετωλοβικός[επεξεργασία]

    αναλυτικά σκεπτόμενος, άτομο που σκέφτεται δίνοντας προτεραιότητα στον "μετωπιαίο λοβό"

    δεν σχετίζεται απόλυτα με βαθμό ευφυίας, αλλά με την ανάλυση της αιτιότητας συλλογισμού, άρα η έννοια "μετωλοβικός" εμπεριέχει μοναδικό νόημα

    και η αντίθετή της είναι το "μεταιχμιακός" δηλαδή συναισθημνημονιακός - διότι το μεταιχμιακό σύστημα διαμορφώνει το συναίσθημα και τις μνήμες.

    πχ σε ζευγάρια που μαλώνουν αν γίνει μετωλοβική προσέγγιση - δηλαδή να μιλούν και να αναλύουν τακτικά ή έστω να πάρουν αυτήν την τροπή επίλυσης διαφορών και τσακωμών, συνήθως "τα βρίσκουν" για 3 μέρες

    αντίθετα επειδή η ίδια η έννοια της ερωτικής σχέσης είναι μεταιχμιακή δηλαδή μνημοσυναισθηματική καταγραφή - δράση,

    τα ζευγάρια που χτίζουν τη σχέση με βάση κοινές ασχολίες, χορό, ταξίδια, τέχνες, έρωτα, βόλτες - έχουν σχέσεις μεγαλύτερης διάρκειας, με στατιστική σημαντικότητα [βλέπε wikipedia p-value], άρα δεν αποτελεί γνώμη μα δεδομένο "στατιστικά σημαντικό" [βλέπε λέξη]

    να μπούν οι λέξεις μετωλοβικός/μεταιχμιακός διότι δεν σημαίνουν ακριβώς έξυπνος/συναισθηματικός, έχουν βαθύτερο νευρολογικό υπόβαθρο, γνωστό και καταγεγραμμένο [πχ σε μαγνητικό τομογράφο ή με μετρητές στο κεφάλι, είναι γνωστές οι διαφορές...]

    αρνησιστορία - μετιστόρηση - μετιστορώ - μετιστορητής - ιστορικός αναθεωρητισμός - αναθεωρισμός[επεξεργασία]

    Negationism - επίσημη μετάφραση: μετιστόρηση, ιστορικός αναθεωρητισμός



    φιλαράκι είσαι ΕΝΤΕΛΩΣ ΛΑΘΟΣ!!!! Μεθιστόρηση σημαίνει απλά ιστορικός αναθεωρητισμός

    [βλέπε: https://en.wikipedia.org/wiki/Historical_revisionism ]

    αντίθετα "αρνησιστορία" σημαίνει historical negationism - αρνησιακός ιστορικός αναθεωρητισμός

    [βλέπε: https://en.wikipedia.org/wiki/Historical_revisionism_(negationism) ]

    αντιαθεϊσμός[επεξεργασία]

    Αντιμαγικό (αντιμαγιστικό) κίνημα (βλ. magical thinking) που διαφωνεί με το πλαίσιο ορισμού του αθεϊσμού και την στοχαστική κατεύθυνσή του, προτείνοντας επιστημονικούς ορισμούς και όχι θεϊστικούς. Δεν υπάρχει διαφωνία με τον αθεϊσμό ως προς την φύση του κόσμου, αλλά ως προς την φύση του κινήματος.

    αιτιόκλιση[επεξεργασία]

    topicality - πιθανότητα ή μη αιτιοκρατικής απόκλισης

    /πχ. εξέταση της αιτιόκλισης λεγομένων και πεπραγμένων/

    newspeak ->προπαγανδολογία, προπαγανδολόγημα[επεξεργασία]

    newspeak ->προπαγανδολογία, προπαγανδολόγημα


    φλοιακός[επεξεργασία]

    ερμηνεία
    
    1. που σχετίζεται με ανώτερες νοητικές λειτουργίες, νευρική δραστηριότητα του εγκεφαλικού φλοιού
    2. που βρίσκεται στον φλοιό (πχ. φλοιός καρπού)
    ετυμολογία
    

    λόγ.: 1: αρχ. φλοιός· 2: σημδ. γαλλ. croûte

    παραπομπές
    

    http://www.greek-language.gr/greekLang/modern_greek/tools/lexica/triantafyllides/search.html?lq=%CF%86%CE%BB%CE%BF%CE%B9%CF%8C%CF%82&dq=

    θεματοποίηση[επεξεργασία]

    χωρισμός, κατάταξη σε θέματα - τομείς, κατηγοριοποίηση

    ψυχοδομικός[επεξεργασία]

    η νευρολογική έκφραση της νόησης ως σκέψη - ψυχικό φαινόμενο και μελέτη της σχέσης αυτής, μελέτη του αντιθέτου, δηλαδή νοητική αποτύπωση των σκέψεων ή της συλλογιστικής διαδικασίας πάνω σε κυτταρικές κι εγκεφαλικές δομές και η μελέτη της διαδικασίας αυτής

    κανονικοποίηση[επεξεργασία]

    normalization - [η λέξη ομαλοποίηση δύναται να αποκλίνει νοηματικά σε κάποιες περιπτώσεις],

    εντός αποδεκτών ορίων


    ευρώφιλος vs. [versus] δραχμιστής[επεξεργασία]

    ευρωφιλικός = υπέρ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, (σπανιότερα ή συμπερασματικά) υπέρ του ευρώ ως εθνικό νόμισμα

    ευρώφιλος = υπέρ του ευρώ ως εθνικό νόμισμα

    ευρώφιλος είναι και ο φιλάργυρος, αυτός που αγαπά τα ευρώ

    Αντίθετο:

    δραχμιστής = υπέρ της δραχμής ως εθνικό νόμισμα

    δραχμόφιλος = υπέρ της δραχμής, ή φιλάργυρος σε εποχή δραχμής

    κωμικολογισμός, κωμικολογία[επεξεργασία]

    Χιουμοριστική έκφραση, όχι απλά γλαφυρή [ευχάριστη στο άκουσμα και με θετική διάθεση - δεν ταυτίζεται, ο κωμικολογισμός είναι αστείος, όχι απλά γλαφυρός]

    πχ η έκφραση της Αννίτας Πάνιας ευρώπουλα είναι για τους εχθρούς της εκπομπής "ειρωνική" πράγμα άκυρο

    αφού δεν έχει πρόθεση να μειώσει όσους τηλεφωνούν, ούτε έχει πρόθεση να τους δώσει ασήμαντο ποσό.

    Έχει καθαρά ΚΩΜΙΚΗ διάθεση, και όχι ΥΠΟΤΙΜΗΤΙΚΗ προς το νόμισμα που προσφέρει ως δώρο ούτε προς τους τηλεθεατές αποδέκτες.

    Φυσικά αν είναι κάποιος αντίπαλος της εκπομπής ή ενάντιος στην εκπομπή, τότε ναι, το θεωρεί "ειρωνικό" εφ' όσον θεωρεί χυδαία την

    συμπεριφορά της Αννίτας γενικότερα - όμως θα πρέπει να αναφέρονται όλες οι εκδοχές, ώστε ο καθένας να επιλέγει όποια λέξη τον εκφράζει,

    όμως έχοντας ΠΛΗΡΗ ΝΟΗΜΑΤΙΚΗ ΕΠΙΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΛΟΓΗΣ ΤΟΥ! Χρέος της γλώσσας ΔΕΝ ειναι η αλλαγή των προσωπικών απόψεων, μα η αναλυτική και σαφής

    έκφραση αυτών.

    ευρώκαυλος[επεξεργασία]

    Ορολογία που χρησιμοποιούν οι οπαδοί των κομμάτων ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΚΚΕ,ΑΝΕΛ, ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ εναντίων των οπαδών των κομμάτων ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΚΙΝΗΜΑ, ΠΟΤΑΜΙ.

    βαρυκυματικός[επεξεργασία]

    βαρυκυματικός [based on gravitational wave theory - analysis] (ο βαρυτοκυματικός)

    σχετικός με την βαρυκυματική - μελέτη βαρυτικών κυμάτων

    η επίσημη ορολογία είναι βαρυκυματικός, βαρυκυματική θεωρία, βαρυκυματικές μετρήσεις (1η ιεραρχικά σημασία η βαρύτητα και 2η το κύμα)


    χρησιμοποιούνται κι άλλες λέξεις

    1. η λέξη κυματοβαρυτικός θέτει πρώτη την λέξη κύμα, ενώ η βαρύτητα είναι πιο θεμελιώδης-χαρακτηριστική (κύματα υπάρχουν πολλών φύσεων) όμως είναι κι αυτή σωστή

    2. η λέξη βαρυτοκυματικός ετυμολογικά είναι πιο ορθή, όμως πρακτικά είναι μεγάλη και λιγότερο εύηχη απ' την λέξη βαρυκυματικός (ο Μπαμπινώτης προτιμά την λέξη βαρυτοκυματικός, όμως έχει λάθος, γιατί δεν λαμβάνει καθόλου υπόψιν την χρηστικότητα και την ευκολία λόγο - ευηχότερη εκδοχή)

    3.η λέξη βαρυκυματικός είναι λιγότερο ετυμολογικά ορθή, μα πιο συμπαγής κι εύηχη - θεωρείται η πρώτη επιλογή από τους φυσικούς, ειδικά σε διαλέξεις είναι πιο λειτουργικό η λέξη να ξεκινά απ' το πρόθεμα βαρυ- άρα άμεσα όλοι κατανοούν το νοηματικό πλαίσιο, επίσης η λέξη βαρυκυματικός, έχει λογικό μέγεθος και λέγεται ευκολότερα - ειδικά σε μεγάλα κείμενα, η λέξη βαρυτοκυματικός προσθέτει μήκος στα κείμενα και μειώνει την ταχύτητα ροής του λόγου.


    διαγαλαξιακός[επεξεργασία]

    1. συνήθως για κενό χώρο μεταξύ γαλαξιών που διογκώνεται λόγο της σκοτεινής ενέργειας
    2. χώρος μεταξύ γαλαξιών

    φωτοδυναμικός[επεξεργασία]

    1. που έχει σχέση με την συχνότητα των εκπεμπόμενων φωτονίων (υψηλή συχνότητα = υψηλή ενέργεια)

    Αντίθετο: φωτοποσοτικός - που έχει σχέση με τον αριθμό των εκπεμπόμενων φωτονίων και όχι την συχνότητά τους (δεν έχει σχέση με την ενέργεια του κάθε φωτονίου, αλλά με την ποσότητα ή την συνολική ενέργεια δέσμης, όμως κάποια κβαντικά φαινόμενα απαιτούν συγκεκριμένες φωτοδυναμικές στάθμες κι όχι φωτοποσοτικές, αντίθετα τα "ιστία φωτονίων" δύναται να λειτουργήσουν σε μεγαλύτερο συχνοτικό εύρος, όχι όμως με σταθερή απόδοση μετατροπής ενέργειας ανά φασματική συχνότητα)

    μονόφραση[επεξεργασία]

    μόνος + φράση

    η συμπύκνωση έννοιας σε μια λέξη αντί φράσης

    μουνότρυπα/πεοφωλιά/πουτσοφωλιά[επεξεργασία]

    μουνί+τρύπα

    ο γενετήσιος κόλπος, η πεοφωλιά/ η πουτσοφωλιά

    βλέπε: κόλπος αιδοίου

    βοθροϋπάλληλος[επεξεργασία]

    βόθρος+υπάλληλος


    μετέχων[επεξεργασία]

    μετέχω


    πιθανολογικός[επεξεργασία]

    αυτογιγνώσκω[επεξεργασία]

    αυτό/εαυτός/+γιγνώσκω


    αποκτώ αυτογνωσία, αγγλικά: savvy oneself

    ?[επεξεργασία]

    ελληνικό ερωτηματικό θαυμασμού


    ο Μπαμπινώτης δεν το συμπαθεί όμως χρησιμοποιείται συνεχώς, και από άτομα που γράφουν με ελληνικούς χαρακτήρες.

    Εκφράζει ερώτηση με θαυμασμό ταυτόχρονα.


    βακχιστόρημα[επεξεργασία]

    Βάκχος + ιστόρημα


    νουβέλα βακχείας, διονυσιακή (όχι ιστορικά αλλά συμπεριφορικά) ιστορία κραιπάλης, στίχοι-τραγούδια παρέας και γλεντιού (πχ. ονόματα από μπάντες), γλαφυρά διηγήματα
    


    αρνησιακός negational και όχι αρνητικός - negative[επεξεργασία]

    νοηματικό δάνειο με ελληνικά λεκτικά μέλη


    η λέξη αρνησιακός είναι συγγενική με την λέξη αρνητικός, όμως νοηματικά ταυτίζεται με την αγγλική λέξη negational κι όχι την λέξη negative

    ετυμολογία[επεξεργασία]

    άρνηση + -ιακός

    ορισμός[επεξεργασία]

    1. (φιλοσοφία, ιστορία, κοινωνιολογία, ψυχιατρική) ο βασισμένος σε άρνηση


    εξωτερικοί σύνδεσμοι[επεξεργασία]


    αρνησιστορία - Historical revisionism (negationism)[επεξεργασία]

    ορισμός[επεξεργασία]

    αρνησιακός μεθιστορισμός, αρνησιακός ιστορικός αναθεωρητισμός

    δεκαοχτάχρονος[επεξεργασία]

    "δεκαοκτάχρονος" = επίσημη γραφή, δεκαοχτάχρονος = καθομιλουμένη

    που είναι 18 ετών. Chinedine (συζήτηση) 08:27, 5 Ιουλίου 2015 (UTC)