Βικιλεξικό:Ζητούμενα άρθρα/2021/νέα και αρχαία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ανάμεσα στις παρακάτω λέξεις με σήμανση νέων ελληνικών, βρίσκονται αρκετές που υπήρχαν ήδη από την αρχαιότητα. Για όποιον ενδιαφέρεται για να φτιάξει ένα κεφάλαιο =={{-grc-}}==, ψάξτε στις παρακάτω, αλλά προσοχή, υπάρχουν αρκετές που δεν είναι αρχαίες (π.χ. ἀεροδρόμιον). Για όσους ψάξουν, για να βοηθήσετε τον επόμενο χρήστη, παρακαλώ αφαιρέστε όποια λέξη δεν είναι αρχαία ή όποια λέξη φτιάξατε, ώστε να έχει και σήμανση αρχαίων ελληνικών.

Α-Ζ[επεξεργασία]

ἄβουλα ἀγαλλιασμός ἀγαλματίδιον ἀγρανάπαυσις ἀδελφικότης ἀετόπουλον Ἀθανάσιος ἀναδιάταξις ἀνάκαμψη ἀνάλυμα ἀναμόχλευσις ἀνανταπόδεικτος Ἀναστάσιος ἀντιμάχη ἀντιμάχησις ἀντιμαχία ἀντιμαχῶ ἀντίς ἀνώφελος ἀπάγκειο ἀπαράμιλλος ἄπελπις ἀποσταίνω -άρι ἀρνίν -αρχία ἀφοπλισμός βαβυλωνιακός βαγιά βαδίζω βάδιση βάδισμα βαθουλός βαθουλώνω βάθρακας βάθρο βαθυμέτρηση βαθυμετρία βαθύμετρο βαθύνοια βάθυνση βαθύπεδο βαθύπλουτος βαθύρριζος βαθύσφαιρα βακτήριο βακτηρίωση βακχεία βακχείος βακχευτής βακχεύω βακχικός βαλανείο βαλανευτικός βαλανίδι βαλλίστρα βάλσιμο βαμβάκι βαμβακουργία βαπτιστικός βάραθρο βαράθρωση βαράω βαρβαρίζω βαρβαρότητα Βαρδούσια βαρεία βαρηκοΐα βαριατρική βαρίδι βαρίτης βαρκαρόλα βαρομετρικός βαρούλκο βαρυθυμία βαρυθυμώ βαρυόνιο βαρυπενθής βαρυπενθώ βαρύτατος βασανίζω βασανισμός βασανιστής βασανίτης βάσανον βασίλεμα βασίλευμαν Βασιλεύουσα Βασίλης βασιλική βασιλίσκος βασκαίνω βασκανία βασκάνω βάσταγμα βαστάζος Βάστο βατά βατήρας Βατοπαίδι Βατοπέδι βάτος βατράχι Βατραχοειδή βατραχοειδής βάτραχος βάτσινο βατταρίζω βαττάρισμα βατταρισμός -βατώ βατώδης βαφή βαφικός βαφτίσια βάψη βγάζω βγαίνω βγάλσιμο βδελυγμία βδελύσσομαι βδία βδομάδα βεβαιότητα βεβαιώνομαι βεβαιώνω βέβηλος βεβηλώνω βεβήλωση βέδες βελανίδι βελανιδιά Βέλλερος βελόνα βέλος βελτιώνω Βενιζέλος Βέροια βήμα βήτα βήχας βήχω βιασμός βιαστής βιβλιάριο βιβλιοκριτικός βιβλιομανής βιβλιομανία βίλα βιντεοδίσκος βιολέτα βιολογία βιοπολιτική βιος βιοτεχνολογία βιοτικός βιοψία βιοψυχολογία βιώνω βίωση βιώσιμος βλαβερός βλαισός βλακεία βλασταίνω βλάστη βλάστημος βλαστικός βλαστολόγημα βλαστολογώ βλάσφημος βλασφημώ βλέμμα βλεννόρροια βλεννορροϊκός βλεφαρίδα βλεφαρόσπασμος βλήτρο βλίτο βλοσυρότης βλοσυρότητα βόδι βοή βοηθητικός βοηθώ βοηλάτης βοϊδολάτης βοϊδόνευρο βοΐζω βόλι βολοκόπος βολοκοπώ Βόλος -βόλος -βολώ βορδοναρειό βορδονάρης βορδοναριό βόρειος βορινός βορράς βοσκή βοσκώ βοστρυχῶ βότανο βοτανολόγος βοτρυοειδής βοτρυώδης βουή βουίζω βουΐζω βουλευτικός βούληση βούλησις βουλιμία βουλιμιώ βούνευρο βουνόν Βούρα βουρδουναρειό βούρλο βουτάνιο βουτάω βουτώ βραβεύω βραδιά βραδυ- βραδύνω βραδύποδας βράζω βράση βρασμός βράχια βράχος βραχυγραφία βραχύτητα βραχυχρόνιος βρεγματικό βρέξιμο βρεφοκομώ βρέφος βρίζω βρισιά βρίσκω βρογχῖτις βρογχοκήλη βρογχοσκόπηση βρόμη βρούχος βρόχος βρύο βυθόμετρο βύρσα βύσμα βύσσινο βυσσοδομώ βώλος βωμολοχώ βωμός γαβριάς γαγγραινούμαι γαγγραινώδης γαζία γαία Γαία γαία_πυρί_μιχθήτω γαιο- γαϊτανάς γαϊτάνι γαϊτανοφρύδα γαϊτανόφρυδο γαϊτάνωμα γαϊτανώνω γαϊτανωτός γαλαθηνός γαλακτερός γαλακτικός γαλακτοκομία γαλακτοκόμος γαλακτόρροια Γαλαξείδι Γαλαξίδι γαλατσίδα γαλέος γαληνιάζω γαλήνιος γαληνός γαλότσα γαμήλιος γαμήσι γαμπρός γαμψός γανωτζής γαρ γαργαλώ γαρίδα γαστριμαργία γαστρίμαργος γαστρονομία γαστρορραγία γδούπος γδύνω γεγονός γεια γείσο γειτνιάζω γειτνίασις γειτόνεμα γειτονιά γελαστός γέλιο γέλωτας γελωτοποιία γεμιστός γενέθλια γένεια γένεση Γένεση γενεσιουργία γενέτειρα γενετικά γενετική γενετικός γενιά γενικότητα γένιν γενναίος γέννημα γεννητικός γεννήτορας γεννητούρια γεννώ γένομαι γεράζω γεραίρω γέρακας γεράκι γερανός γερατειά γέροντας γεροξούρας γερός γέρος γεύομαι γεύση γεύσις γευστικός γεφύρι γεφυρώνω γεω- γεωγραφία γεωδιασκόπηση γεωμέτρης γεωμετρικός γεώμορο γεωργία Γεώργιος γεωργός γεώτρηση γη- γηθόσυνος γήλοφος γηραιός γηραιότερος γηραλέος γήρας γήτεμα γητευτής για γιαίνω γιανίσκω γιατρειά γιατρείο γιάτρεμα γιατρεύω γιατρικό Γιβραλτάρ γίγαντας γιγάντειος γιγαντιαίος γιγάντιος γιγαντομαχία γιοματάρι γιομάτος γιομίζω γιόμιση γιούλι Γιούρι γιώτα γκάγκαρο γκαζιά γκάμα γκαρίζω γκαρμπολάχανο γκέμι γκρεμίζω γκρεμός γλαρός γλαρώνω γλάστρα γλαύκωμα γλεύκος γλήνι γληνός γλιτώνω γλοιοβλάστωμα γλουτιαίος γλυκάδι γλυκαίνομαι γλυκερός γλυκόζη γλυκόμηλο γλυκύτητα γλύπτης γλυπτική γλυπτικός γλυπτός γλύφανο γλωσσάς γλωσσίδα γλωττίδα γναφεύς γνέθω γνώθι_σαυτόν γνωματεύω γνωμολόγος γνωρίζομαι γνώρισμα γνώστης γογγύλι γόμος γομώνω γονείς -γονία γονίδιο γονιμότητα γόνος γονυκλισία γονυπετής γόπα γοργόνα γοργότητα Γόρδιο γουδί γουλί γουλιανός γουρλομάτης γοφός γραικύλος γραμματικός γραμμόφωνο γραπτός γρασίδι γραφείο γραφεύς γράφημα -γράφημα γραφιάς γραφίδα γραφικά Γρηγόριος γρηγορώ γρι γριά γρίπος γροθιά γρυ γρύζω γρύπας γρύφονας γυαλίζω γυλιός γυμνασίαρχος γύμνασμα γυμναστήριο γυμναστικός γυμνητεύω γυμνικός γυμνοπαιδίες γυμνοσοφιστές γυμνότητα γύμνωσις γυναικείος γυναικο- γυναικοκρατία γυναικώδης γυναικωνίτης γυπαετός γυρίνος γωνιά γωνία γωνιάζω γωνιαίος γώνιασμα γωνιώδης δα δαγκώνω δάδα δαδί δαδίν δαήμων δαιμονιόπληκτος δαιμονιοπληξία δαιμονολογώ δαιμονοπληξία δαίμων δάκος δακρύζω δακρυοβολῶ δακρυογόνος δακρυρροώ δάκρυσμα δακτύλιος δάκτυλο δακτυλοβάμων δακτυλογραφία δακτυλοδεικτούμενος δακτυλοδεικτώ δαμάλα δαμάλι δαμαλίδα δαμαλίζω Δανάη δανειστής δαπάνημα δαπανηρός δαπανώ δάπεδο δάρτης δασεία δάσος δάσυνση δασύνω δαχτυλήθρα δάχτυλο δαψιλώς δε δεδικασμένο δέηση δει δεικνύω δειλία Δείμος δεινότητα δεισιδαίμονας δεισιδαιμονία δεισιδαίμων δεκαεξάδα δεκαετία δεκάλογος δεκαοκτάδα δεκαοχτάδα δεκαπεντάδα δεκαπλός δεκατημόριο δεκατριάδα δελεασμός δελτίο δελφινάκι δέλφινας δελφίνι δέμα δέμας δεματάκι δεμάτι δένδρο δενδροχρονολόγηση δεξής δεξιά δεξιότητα δεξίωση δέρας δερμάτινος δερματώδης δέρνομαι δεσμεύω δεσμίδα δεσμώτης δεσποτικός δεσποτισμός δεύτε Δευτέρα δευτερεία δευτερεύων δευτερώνω δήγμα δήθεν δηλαδή δηλητηριάζομαι δηλητήριον δήλος δημαγωγός δημαγωγώ δημαιρεσίες δημαρχία δημιούργημα δημοκόπος δημοκρατικός δημοκρατούμαι δημοπρασία δημοπρατήριο δημοπρατώ δημοσία δημοσιογραφία δημοσιογράφος δημοτικός δήξις δηώ δηώνω διά_ζώσης διαβάλλω διαβάτης διαβατός διαβεβαιώνω διαβιβάζω διαβολιά διάγγελμα διάγνωση διαγραμμίζω διαγράμμιση διαγωνίζομαι διαγώνισμα διαγωνισμός διαδοκίδα διάδοση διαδοχή διαζευγμένος διαζύγιο διάθεση διαθηκώος διάθλαση διαίρεση διαιρέσιμος διαιρετέος διαιρέτης διαιρετός διαιρώ διαισθάνομαι διαίσθηση διαιτητής διαιτώ διαιώνιος διακαής Διακαινήσιμος διακαμός διακανονισμός διάκληση διακομιδή διακομίζω διακόμιση διακονία διακονώ διακόπτω διακόρευση διακόρευσις διακόσια διακόσμηση διακοσμώ διάκριση διακριτικός διακρότημα διακυμαίνομαι διακύμανση διαλαμβάνω διαλέγομαι διαλέγω διάλειψη διαλεκτικός διάλυση διαμαρτυρία διαμαρτύρομαι διαμαρτυρώ διαμάχη διαμέσου διανόηση διανοούμαι διαπασών διαπεραιώνω διαπεραίωση διαπερνάω διαπερνώ διαπίδυση διαπίστευση διαπιστευτήριο διαπιστεύω διαπλατύνω διαπλέκω διαπληκτίζομαι διαπόντιος διαπραγμάτευση διαπράττω διαπρεπής διαπρέπω διάπυρος διάρκεια διαρκής διαρμίζω διαρρηγνύω διαρρήδην διαρρήκτης διάρρηξη διάρροια διασαλεύω διάσειση διασκεδασμός διασκέλισμα διασκελισμός διασκόπηση διασκορπίζω διάσταση διαστρέφω διαστροφή διασυρμός διασχίζω διασωθείς διάσωση διασωστικός διατάζω διάταση διατάσσω διατελώ διατηρώ διατρανώνω διατράνωση διατριβή διάττοντας διάττων διατύπωση διαυγής διαφιλονικώ διαφύλαξη διαφωνώ διαφωνών διαφωτίζω διαχειμάζω διαχείριση διάψευση δίβολος διδακτισμός διδασκαλία διδαχή διεισδύω διεμβολίζω διεξάγομαι διεξάγω διεξαγωγή διέξοδος διερμηνευτής διεστραμμένος διεστώτα διευθετώ διήγηση διηγούμαι διήθηση διηθώ διθυραμβικός διίσταμαι δικάζω δίκαιο δικαιολογώ δίκαιον δικαιοσύνη δικαίωμα δικαιώνω δικαίωση δικάσιμος δικαστήριον δικλείδα δικλίδα δικομματικός δικράνι δίκταμο δίκτυο δικτύωση δίκυκλο διμερής Διμετρόδοντας δίνω διογέννητος διοικητής διοικών δίολκος διοξείδιο διοργανώνω διοργάνωση διορίζομαι διοσημία διουρητικός διπλασιασμός διπλογραφία δίπλωμα διπλώνω διπλωπία δίπτερος δισάκι δισακχαρίτης δισκοβολία δισκοβόλος δισκοβολώ δισκοθήκη δισκοπότηρο δίσκος δίστιχος διυδρικός -δίφης διχογνωμώ διχόνοια διχοτομία δίχως δίψα δίωξη διώρυγα διώρυξ δογματικός δοιάκι δοκιμαστής δολιεύομαι δολίευση δολιχοδρομώ δολιχοκέφαλος δολοφονία δόλων δόμηση δόμος δονάκιο δονακών δονώ δοξάρι δοξασία δοξολογία δοξολογώ -δοσία δοσοληψία δότης δοτικός δοτός δότρια -δοτώ δούλεμα δουλικός δουλοπρέπεια δουλόφρων δοχείο δράγμα δράκοντας δρακοντιά δράπανο δραπετεύω δραπέτης δρασκελίζω δρασκελώ δραστικός δρεπανοειδής δρέπω δρίματα δρίμες δρομάδα δρομαίος -δρόμιο δρομίσκος δρόμωνας δροσερός δροσιά Δρυάδες δρύινος δρω δρώμενο δρων δυναμικός δυναμόμετρο δυνητικός δυόμισι δυόσμος δυσ- δυσάρεστος δυσαυτονομία δυσβάστακτος δύσβατος δυσβουλία δυσεντερία δυσεντερικός δυσεπίσχετος δύση δυσήνιος δυσθεώρητος δυσθυμία δύσθυμος δυσλεκτικός δυσλεξία δυσλεξικός δυσμαί δυσμένεια δυσμενής δυσμενώς δυσμόθεν δυσουρία δυσπόρθητος δύστηνος δυστοπία δυστύχημα δυστυχής δύστυχος δυσφημίζω δυσφημώ δυσώδης δυσωδία δωδεκάρι δωδεκατημόριο δώθε δώμα δωρεά δώρο -έας ἔδε ἐκκλησίαρχος ἐλαιόδενδρον ἐξεύρω ἐπαναληπτικῶς ἐπιγονάτιον Ἐράσιππος -ερός ἑστιάζω ζάλη ζάλο ζάμπλουτος ζαρώνω ζαχαρότευτλο ζέον ζέση ζέστα ζεστός ζευγολατειό ζευγολάτης ζευγολατιό ζεύγω ζευκτήριος ζευκτός ζεύξη Ζευς ζεύω ζηλεύω ζήλος ζηλοτυπία ζηλότυπος ζηλοτυπώ ζημιώνω ζην ζήτα ζητεία ζητιάνος ζητούμενο ζινίχιον ζνίχι ζουλίζω ζουλώ ζουρλά ζουρλός ζοχαδιάζω ζυγαριά ζυγιά ζυγιάζω ζυγώνω ζύμωμα ζύμωση ζωγραφιά ζώδιο ζων ζωντανός ζώνω ζωογονώ ζωοθεϊσμός ζωοκτονία ζωολατρία ζωοτροφία ζωοτρόφος ζώπυρο ζωτικός

Η-Μ[επεξεργασία]

ἡλιακόν ἠξεύρω -ηρός -ης ἥσκιος -ητα -ηχος θάβομαι θάβω θαλαμηπόλος θαλάμι θαλασσοπορία θαλερότητα θαλλός θαμάζω θαμιστικός θαμπάδα θάμπωμα θαμώνας θανάσιμος θανατά θανατηφόρος θανατικός θανατοφοβία θανατώνω θανάτωση θανή Θαργηλιών θαρραλέος θαύμα θαυμασμός θαυμαστής θαυμαστικός θαυματοποιία θαυματουργία θαυματουργός θεαθήναι θέαινα θέαμα θεανδρικός Θεανώ θεατός θεατρικός θέατρο θειάφι θειαφιστήρι θείον θέλημα θέληση θέλησις θέλω θεμέλιος θεμελιώνω -θεν θεογενής θεογένητος θεογεννήτορας θεογεννήτρα θεογεννήτρια Θεογεννήτωρ Θεόδοτος Θεόδουλος Θεόκλητος θεοκτόνος θεολογώ θεομαχία θεομαχώ Θεομήτωρ θεόπνευστος θεόρατος θεοσέβεια θεοσκεπής Θεότιμος Θεοτόκος θεοφάνεια θεραπαινίδα θεραπαινίς θεραπευτής θεραπευτική θεραπευτικός θέρετρο θερισμός Θερμαϊκός θέρμανση θερμογραφία θερμοκρασία θερμοπομπός θερμοσίφωνας θερμοσκοπία θερμόφιλος θέση θεσμικός θέσμιο θεσμοθέτης θεσμός θεσμοφύλακας θεσπέσιος θεσπίζω θεσσαλικός θέσφατο θετικότατος θέτω θεώρηση Θηβαία Θήβες θηκιάζω θήλασμα θηλασμός θηλιά θήλιασμα θήλυ θηλυγονία θηλυκότητα θηλύκωμα θημωνιά θημωνιάζω θημώνιασμα Θήρα θήραμα θήρευμα θηρεύσιμος θηρευτής θηρεύω -θηρία θηρίο θηριώδης θησαύρισμα θησαυροφυλάκιο Θησέας θήτα θητεία θίγω θίνα θλάση θλαστικός θλιμμένος θλίψη θνησιγένεια θόλωμα θολώνω θορυβώ θράκα θρακιάς θρανίο θρασίμι θρασύτης θρασύτητα θραύσμα θρεφτάρι θρέψη θρηνώ θρησκευόμενος θριγκός θριναξόδοντας θριξ θριψ θρόισμα θρομβίνη θρόμβος θρομβοφλεβίτιδα θρόμβωση θρόνος θρούμπα θρους θρυαλλίδα θρύβω θρύλος θρύμμα θυγατέρα θυγατρικός θύελλα θυλάκιον θύμα θυμάμαι θυμηδία θυμιάζω θυμίαμα θυμιατήριο θυμιατήριον θυμιατίζω θυμιατό θυμικός θυμούμαι θυμώνω θυρεοειδής θυρεός θυρίδα θυρίς θυσανωτός θυσία θύτης θώκος θωμισμός θωπευτικός θωπευτικώς θώρακας θωράκιο θωρηκτός θωριά -ιακός -ιδα -ίδιο -ίστας -ιστής κάδος καημός καθαιρετικός καθάπερ καθαρίζω κάθαρση καθαρτήριο καθαρτήριος καθαρτής καθαρτικός κάθε καθελκυσμός καθέν καθένας καθεξής καθετήρας καθετηριάζω καθετηρίαση καθετηριασμός καθεύδω κάθημαι κάθιδρος καθίδρυμα καθιέρωση καθίσταμαι καθιστάμενος καθιστώ καθό κάθοδος καθομιλουμένη καθοσίωση καθόσον καθυστερώ καιάδας καινοτομία καινοτόμος καινοτομώ καινουργής καίπερ καιροσκόπος καιροφυλακτώ καίτοι κακαρώνω κακείθεν κακεντρέχεια κακεντρεχής κακεργέτης κάκιστος κακο- κακοδιάθετος κακοήθεια κακολογία κακολόγος κακόλογος κακολογώ κακοποίησις κακοτοπιά κακοτοπία κακότυχος κακούργημα κακόφημος κάκωση κάκωσις Καλαβρία καλαθοποιία καλαθοποιός καλαθοφόρος καλαισθησία καλαμάκι καλαμάρι καλαμαριά Καλαμάτα καλαμήθρα καλαμίθρα καλεμκερί κάλεσμα καλημέρα καλιακούδα καλλιγραφία καλλιγραφικός καλλιγράφος καλλιεπής καλλικέλαδος καλλιπάρειος Καλλιπάτειρα Καλλιρρόη καλλιτέχνης καλλίφωνος καλλυντικό καλλυντικός καλογραία καλογριά καλόγρια καλογριούλα καλογρίτσα καλοκαγαθία καλοκάγαθος καλοκαιριάτικος καλοκαιρινός Καλομοίρα καλοπιάνω καλόπιασμα καλορίζικα καλοριζικεύω καλοριζικιά καλορίζικος καλύβι κάλυμμα καμάκι καμαριέρα καμαριέρης καμαρίνι καμινάρης καμινάς καμινευτήρας καμινευτής καμινεύτρια καμίνι καμπή κάμπια κάμωμα καμώνομαι καν κανάλι καναπεδάκι καναπές κανένας κανθαρίδα κανθαριδίνη κάνναβη καννάβι καπηλευτικός καπηλικός καπνικόν κάποτε καππαριά κάπρος καραγωγέας καραδοκώ καραμέλα καράτι καρατόμηση καρατομώ κάρδαμο καρδιοφυσιολογία καρκινοβατώ καρμπολάχανο καροτίνη καρπίζω καρποφορία καρποφόρος καρποφορώ καρτέρι καρτόνι Καρυές κάρυο Καρχηδόνα καρώνω κάρωση καρωτόν Κασσιόπη καστανιέτα κατάβασις καταβρέχω καταβροχθίζω καταγγελθείς καταγγέλλων καταγγελτικός καταγιγνώσκω καταγοήτευση καταγραφή κατάγω καταγώγιο καταδεικνύω καταδικασθείς κατάδυση καταθέτω κατάθλιψη καταιόνηση καταιονίζω καταιονισμός καταιονώ καταισχύνη κατακερματίζω κατακραυγή κατακτώμαι κατακυριεύω κατακυρωθείς κατακυρώνω καταληπτός καταλογάδην καταμερίζω κατάντη κατάντης καταντικρύ καταντώ κατάνυξη κατάνυξις καταξεραίνω κατάξερος καταξηραίνω κατάξηρος καταξίωση καταπάτηση καταπέλτης καταπέτασμα κατάπληξη καταπληξία καταπλήσσω καταπλήττω καταπλύνομαι καταπνίγω κατάπνιξη καταπόρφυρος κατάργηση καταργώ κατάρτιση καταρχήν κατάσβεση κατασβήνω κατασημαίνω κατασκηνώνω κατασπαράζω καταστατό καταστέλλω κατάστικτος κατάστιχο κατάστιχον κατασυντρίβω κατατεθείς κατατεμαχίζω κατατεμαχισμός κατατροπώνω κατατρύχω κατάφαση καταφάσκω καταφατικός καταφέρνω καταφέρω καταφεύγω καταφυγή καταφύγιο κατάφωρα καταχρηστικός καταψηφίζω καταψύκτης κατάψυξη κατεβάζω κατεβασιά κατεργάζομαι κατεργάσιμος κατευνάζω κατευνασμός κατηγορία κατηγορούμενο κατήφεια κατηφής κατήχηση κατιόν κατιούσα κατολοφύρομαι κατοστή κατοχυρώνω κατσουλιέρης κάττυμα κατώφλι καῦκα Καύκασος καύκος καυλί καυλός καύσος καυστικός καύσωνας καύχημα καυχηματίας καυχησιολογώ καυχιέμαι κέδρινος κέδρο κέδρος κείθε κειμήλιο κείρομαι κείτομαι κεκλεισμένος κεκλιμένος κελάδημα κελάηδημα κελάηδισμα κελαηδισμός κελάιδημα κελάιδισμα κελαϊδισμός κελαρύζω κέλης κέλητας Κέλτης κενός κένταυρος κεντώ κένωση κεραμικός κεραμοσκεπής κερασιά κέρασμα κεραστής κερατίνη κεραύνιος κέρδος κερδοσκόπος κερί κερκίδα κερνάω κεφάλι κεφαλίδα Κεφαλονιά Κεφαλονίτης Κεφαλονίτισσα Κεφαλόποδα κέφαλος κεχηνώς κεχρί κεχρισμένος κηδεστία κηλίδα κηλιδώνω κηπάριο κηροζίνη κηρύκειο κηρώδης κήτος κιάλι κίβδηλος κιγκλίδωμα κιθαρίζω κιλαηδισμός κιλαϊδισμός Κιλικία κιλλίβαντας κιμωλία Κίμωλος κιναισθητικός Κίναρος κινηματογράφος κινηματογραφώ κινητήρας κινητικός κινητικότητα κινούμαι κίονας κιονίσκος κιονόκρανο κιρκινέζι κίρρωση κιρρωτικός κισσοστεφής κλάμα κλαπατσίμπαλο κλαρί κλασαυχενίζομαι κλαυθμών κλαυσίγελος κλαψουρίζω κλείδα κλειδωνιά κλείθρο κλειστός κλειτορίδα Κλείτος Κλεονίκη κλέος κλεπτοκρατία κλεφτρόνι κλεψιά κληματαριά κληρικός κληροδοτώ κληρονομιά κληρονομώ κλήρος κληρώνω κλήρωση κληρωτίδα κληρωτίς κλητεύομαι κλητεύω κλητήρας κλιμακούμαι κλιμακώνω κλιμάκωση κλιτός κλυδωνίζομαι κλυδωνισμός κλωνάρι κλῶνος κλωνοστοιχείο κλωστή κνημιαίος Κνίδος κνίσα κνώδακας κόβω κόγχος κοιλάδα κοίλον κοίλος κοιμάμαι κοιμήσης κοιμίζω κοιμούμαι κοινό κοινοτάφιο κοινόχρηστος κοινωνιοπάθεια κοινωφέλεια κοινωφελία κοιτώνας κόκαλο κόκκαλο κολάζω κόλακας κολακεία κολακευτικός κολάν κόλαση κολασμός κολαφίζω Κολίνος κόλλημα κολλύριο κολλώ κολλώδης κολοκύθα κολοκύθι Κολοκυνθού κολοσσός κολοφώνας κολυμβήθρα κολυμβητής κολυμβητικός κολυμπήθρα κολυμπητής κολυμπώ κομβολόγιον -κομείο -κομία κόμιστρο κομμός κομμωτής -κόμος κομπάρσος κομπογιαννίτης κομφορμισμός κομφορμιστικός κομψότητα -κομώ κονίαμα κόνιδα κοντάκι κοντάκιο κοντάρι κοντούρα κοπάδι κοπανίδα κόπανος κοπανώ κόπρανο κοπριά κοπρίζω κοράκι κόρδα κόρδωμα κορδωμένα κορδωμένος κορδώνομαι κορδωτά κορδωτός κορεσμός κορίγονος κοριός κορίτσι κορυβαντιῶν κορυδαλλός κόρφος κορωνίδα Κόρωνος κορώνω κοσμετολογία κόσμημα κοσμήτορας κοσμιότατος κοσμιότης κοσμιότητα κοσμογέννηση κοσμογονία κοσμώ Κοσσυφοπέδιο κότινος κοτρόνα κοτρόνι κότσυφας κοτσύφι κοτύλη κοτυληδόνα κουδουνίζω κουκί κούκος κούκουδο κουκούλι κουκουνάρι κουλός κουλουράκι κουλούρι κουλουρίτσα κουμαριά κούμαρο κούμουλο κούμουλον κούμουλος κουνώ κουπί κουρά κουράδι κουράζω κουραφέξαλα κουρείο κούρεμα κουρνιαχτός κουρντίζω κουρούπι κουτάβιν κουτί κουτός κουτουπώνω κουφάλα κουφίζω κούφιος κουφός κούφος κουφότητα κοφίνι κόφτω κοχλάδι κοχλίδι κοχύλι κόψη κραδαίνω κράζω κράμα κράνη κρανιά κρανίο κράνος κράξιμο κρασί κράσπεδο κράταιγος Κρατήρ κρατήρας κραυγάζω κράχτης Κρείος κρέμαμαι κρεμάστρα κρέμομαι κρέμουμαι κρένω κρήδεμνο κρημνός κρημνώδης κρηναίος Κρήνη κρηπίδα κρητικός κρικοειδής κρίνος κριός κρίση κριτήριο Κροίσος Κρόνια κροσσωτός κρόταλο κρότημα Κροτόνε κροτώ κρούπι κρούση κρούσμα κρουστάλλι κρυμοπαγία κρυοσκοπία κρυοσκόπιο κρυπτό κρυστάλλι κρυσταλλικός κρύσταλλο κρωγμός κτέρισμα κτήμα κτήνος κτηνοτροφικός κτηνοτρόφος κτητικός κτητικότητα κτήτορας κτυπάω κτύπος κτυπώ κυβέρνηση κυβερνήτης κυβερνώ κύβος κύημα Κυθνιώτης κυκεώνας Κυκλάδες κυκλάμινο κυκλάμινον κυκλοθυμία κυκλώπειος κύκνειος κύκνος κυλιέμαι κύλικα κυλικείο κυλίω κυλώ Κυμαίος κύμανση κυμάτιον κύμβαλο κύμινο κυνήγι κυνικώς κυνο- κυνόδοντας κυνοκέφαλος κυνοκομείο Κυνοσάργους κυοφορώ κυπαρίσσι κύπελλο Κύπρια κυπρίνος Κυρία κυριεύω κυριλλικός Κύριλλος κυριολεκτώ κυριολεχτώ Κύριος κύρτωμα κυστεκτομή κυστικός κυστίτιδα κυτταρολόγος κυφός κώδωνας κώλον κώλυμα κωλύω κώμα κωμικός κωμωδία κωνικός κωνοφόρο κωνοφόρος κωπηλάτης κωπητήρας Κως κωφός λαβαίνω λαβείν λαβή λαβίδα λάβρα λαβράκι λαβύρινθος λαγάνα λαγήνα λαγήνι λαγνεία λαγοθηρώ λαγός Λαγωός λαγωχειλία λαήνα λαήνι λάθος λαθούρι λαθρομετανάστης λαθροφαγία λαθροχειρία λαϊκίζω λαϊκός λαίλαπα λαίλαψ λακτίζω λαλίστατος λάμδα λάμια λαμιακός λάμνω λαμπαδηφορία λαμπαδηφόρος λαμπατέρ λαμπικάρισμα λαμπριάτικα λαμπτήρας λαμπυρίς λάμψη λανθάνιο λανολίνη Λαοδίκη λάπαθο λαπαροτομία λαρδί λάρνακα λαρύγγι λατομείο λατόμευση λατόμηση λατομία λατόμος λατομώ λατρεύω λάτρης -λάτρης -λάτρισσα λατύπη λαύρα λαχανοπώλης λαχανοπώλις λαχείο Λάχεση λέαινα λειαίνω λειαντικός λειμώνας λειμώνιος λειμωνίτης λείος λειρί λειτουργός λειτουργώ λειχήνα λειχουδεύομαι λειχούδης λείχω λειώνω λεκιθίνη λέκιθος λεκτικός λέμφωμα λέξη λέξημα λεξικό λεξικολογικός λεξιλόγιον λέξις λέοντας λεοντή λεοπάρδαλη λέπι λεπίδα λεπτολογία λεπτολόγος λεπτολογώ λεπτομέρεια λεπτομερέστατος λεπτόνιο λεπτότητα λέπτυνση λεπτύνω λερναίος λερός λεσβία λεσβιάζω λέσβιος λέσχη λευκάζω λευκαίνω λεύκανση λεύκη λευκίτης λευκοπλάστ λευκοπλάστης λευτεριά λευχείμων λεχούδι λεχρίτης λεχώνα λέω λεωφορείο λήγων Ληθαίος ληθαργικός λήθη λήμμα ληνοβάτης ληξιαρχείο λήρος λησμοσύνη ληστεύω ληστής ληστρικός λήψη λιακάδα λιανίζω λιβάνι λιγοθυμιά λίγος λιγούρι λιγοψυχώ λιγώνω λιθολόγημα λιθολογώ λικνίζω λιμνίσιος λιμνόβιος λινός λινού λιόκαλος λιποθυμάω λιποθυμικός λιποθυμώ λιποταξία λιποψυχία λιποψυχώ λιτή λιτός λιχνίζω λιχουδεύομαι λιχούδης λιχουδιά λιχουδιάρης λιχουδιάρικος λιχούδικος λιψ λιώνω λογάριθμος λογικό λογικός λόγιο -λόγιο λογιότατος λογιότερος λογοδοτώ λογοκόπος λογομαχώ λογύδριο λογχωτός -λογώ λόγω -λόι λοιμικός λοιμώδης λοίμωξη λόξα λουβί λούζω λουόμενος λουτήρας λούφα λουφάζω λοχαγός λύγισμα λύγκας λυγξ λύγος λυδικός λύκαινα λύκειο λυκηθμός Λυκία λυκοφιλία λύμα λύπηση λυπώ Λυσίας λυσίπονος Λυσιστράτη λυσιτελής λυσσάρης λυσσιάρης λύτης λυτός λύτρα λωλός λωφάζω μαγαρίζω μάγειρας μαγειρεύω μάγεμα μαγευτικός μαγεύω μαγιάτικο μαγικός μάγμα μαγνάδι μαγνήτης Μαγνήτης μαγνητικός μαδάρα Μαδάρα Μαδάρες μάζα μαζεύω μάθημα μάθηση μαθητιώ μάθος μαία μαιευτικός μαινάδα μαίνομαι Μάιος μακαριά μακαρίζω Μακαρισμοί μακαριστός μακαρίτικος μακαρόνι Μακεδόνας μακεδονήσιον μακεδονικός μακελάρης μάκενα μακρηγορία μακρηγορώ μακριά μακρόβιος μακρόθυμος μακρολογία μακρολόγος μακρολογώ μάκρος μακροχρόνιος μάκτρα μάκτρον μαλάζω μαλάκας μαλακίζομαι μαλακτικός μαλθακότητα μαλλί μαλλιάζω μάλλον μάλωμα μαμή μάνα μανδραγόρας μανιακός μανίζω μανικός μανόμετρο μανουσάκι μαντευτικός μαντζουράνα μαντικός μαντόλα μαντρί μάξις μάρα μάραθο μάραθος Μαραθώνας μαραθώνιος μαραθωνομάχος μάρανση μαρίδα Μαριούπολη μαρμαρογλυφείο μαρμαρυγή μαρμαρυγιακός μαρμαρυγίας μάρσιπος μαρτυράω μαρτυρικός μαρτύριο μαρτυρώ μάσηση μασητήρας μασιέμαι μασκάλη μαστάρι μάστευση μαστίγιο μαστιγοφόρος μαστιγώνω μαστίγωση μαστροπεία μασχαλιαίος μασώ μασώμαι ματα- ματαβιβάσιμος ματαιοφροσύνη ματαιόφρων ματαιώνω ματαίωση ματίζω μάτιν ματοκύλισμα μαυρομάτης μαυροφόρος μαχαίρι μαχητικός μεγαθυμία μεγάθυμος μέγαιρα μεγαλεπήβολος μεγαληγορώ μεγαλόθυμος μεγαλομμάτης μεγαλοπρέπεια μεγαλοφροσύνη μεγαλόφωνος μεγαλοψυχία μεγαλόψυχος μεγάλως μεγεθυντικό μεγεθύνω μεγιστάνας μεθαύριο μεθαύριον μέθεξη μεθοριακός μεθύσι μέθυσος μεθύω μεθώ μείγμα μειδιώ μειλίχιος μείον μειονέκτημα μειονεκτώ μειράκιον μελαγχολικός μελαγχολώ μέλαθρο μελάνι μελανόμορφος μελανός μελανούρι μελάσα μελαχρινός μελεαγρίδα μέλει μέλημα μελίγκρα μελισσοβότανο μελισσουργός μελισσώνας μελίτακας μελιτακιά Μελιτίνη μελιτίνη μελίτωμα μελιχρός μέλλω Μελόκακτος μελόντικα μέντορας Μέντορας μένω μερί μερίδα μεριδιούχος μερίζω μεριμνώ μερισμός Μερόπη μερσίνη μερωνυμία μερωνυμικός μερώνυμο μεσάζων μεσαίος μεσήλιξ μεσημεριάζω μεσο- μέσο Μεσόγειος_Θάλασσα μεσόκοπος μέσον μεσόνιο μεσονύχτι μεσότητα μεσότοιχος μεσουράνημα μεσόφρυδο μεσόφρυο μέσοφρυς Μεσσήνη μεστός μεστώνω μέσω μετά μεταβάλλω μεταβλητή μεταβολή μεταγλωττίζω μετάγω μεταθέτω μετακομίζω μετάληψη μετάλλαξη μεταλλάς μεταλλείο μεταλλίτης μέταλλο μεταλλού μεταλλόφωνο μεταλλωρύχος μεταμέλεια μεταμελούμαι μεταμεσημβρινά μεταμεσημβρινός μεταμφίασις μεταμφιέζω μεταμφίεση μεταναστεύω μετανάστης μετανοώ μεταπλάθω μεταπλασμός μεταποιώ μεταπράτης μεταπράτηση μεταπρατικός μεταπωλητής μεταρρύθμιση Μεταρρύθμιση μετάρσιος μεταρσιώνω μεταστάσα μετάσταση μετάταξη μετατίθεμαι μετείκασμα μετέπειτα Μετέωρα μετεωρισμός μετεωρίτης Μετέωρο μετοικίζω μετοικώ μετόπη μετόχι μετόχιν μέτρηση μετρητής -μετρία μετριάζω μετρική μετρικός μετριοπάθεια μετριόφρων -μετρο μετρονόμος μετωνικός μετωπιαίος μέχρι μηδαμινός μηδαμινότης μηδαμινότητα μηδαμώς μηδέ μηλεώνας μήλο μηλόκακτος μηλολόνθη μηλομαχία μηλοπράτης μηλοσφακιά μηλώνας μηλωτή μήνιγγα μήνις μηνίσκος μήνυση μηρί μηρός μηρυκάζω μητριά μητριός μητρο- μητροσκόπιο μητρώνυμο μηχανεύομαι μηχανική μηχανορραφία μηχανορραφώ μι μιάμιση μίασμα μίγδην μικρόβιο μικροβιολογία μικροβιολογικός μικροθέλημα μικρολογία μικρολόγος μικρόνους μικρός μικροσκόπηση μικροσκοπία μικροφίλμ μικροψυχία μικρόψυχος μίμηση μιμίδιο μιμούμαι μινύρισμα Μινώταυρος μίσγω μισέλληνας μισητής μισητός μίσθιο μίσθιος μισθοδοσία μισθοδοτώ μισθοφόρος μισθώνω μισο- μισός μισώ μιτροειδής μνήμα μνήμη μνημονικός μνησικακία μνηστεύομαι μνηστεύω μνηστή μνηστήρας μοιάζω μοιρογνωμόνιο μοιρολόι μοιχεία μοιχεύω μολοσσός μολυβής μομφή μονάδα μοναδικός μονάζω Μονακό μονάρχης μοναρχία μοναστήρι μοναχή μοναχός μονή μονο- μονοιάζω μονοκέρατος μονοκοτυλήδονος μονοκότυλος μονόκωπος μονολιθικός μονόλογος μονολογώ μονοξείδιο μονός μονοσάνδαλος μονόφθαλμος μονόφρων μονύελο μονωδία μοριακός μορμολύκειο μορμολύκη μορμόλυκος μορμυρίζω Μορφέας μορφή μόρφημα μορφολογία μόρφωμα μορφώνω μοσχάρι μοσχοκάρφι μουδιάζω μουδιῶ μουνί μουνούχος μουρμουρίζω μούρο μούσα μουσική μουστάκιον μούστακος μούχλα μουχρός μούχρωμα μουχρώνει μουχρώνω μόχθος μοχθώ μόχλευση μπαλένα μπάλος μπαμπούλας μπάμπουρας μπασιά μπάτης Μπενιζέλος μπήγω μπήχνω μπιζέλι μπόδεμα μπολεύω μπόμπα μπορετός μπορώ μπούγιο μπουζού μπουμπούκι μπουνιά μπουρίνι μπροστά μύγα μύδι μυελός μυζώ μύηση μύθος Μυία μυκηθμός μύκητας μυκτήρ μυκτηρίζω μυκώμαι μύλη μυλόπετρα μυλωνάς μύξα μυοκάρδιο μυοκαρδίτιδα μυοσωτίδα μυοσωτίς μυριάδα μύριοι μυριόφωνος μυρσινόκοκκος Μυρτώος μυρωδικός μύσις μυστάκων μυστικός μυστικότητα μύτη μώλυ μώλωπας μωλωπίζω μώμος μωραίνω μωρία μωρολογία μωρολόγος μωρούδι μωρουδίζω Μωυσής

Ν-Π[επεξεργασία]

να ναι ναϊάδα νάκα νάκαρα νανο- νανόμετρο νανοσκόπιο νανοτεχνολογικός νάπη νάρθηκας νάρκισσος ναρκοθετώ ναρκοληψία ναρκωτικός ναστός νάτρο ναυάγιο ναυαγώ ναυαρχία ναύαρχος ναυλοχώ ναυπηγοκατασκευαστικός ναυπηγώ Ναυσικά ναυτία ναυτιλία ναυτολόγος ναυτολογώ νεάζω νεανικός νεανίσκος νεβρίδα νεβρός νεκρικός νεκροψία νεκρώνω νεκταρίνι νέμειος νεογιλός νεογνό νεόδμητος νεολογισμός νεόνυμφος νεοπροαχθείς νεότερος νεοφερμένος νεροτριβή νεροφόρημα Νέστορας Νεστωράκης νεύμα νευρά νεύρο νεύω νέφαλο νεφεληγερέτης νεφρίτης νεφρίτιδα νεφρός νεωλκώ νεώριο Νεώριο νεώτερος νηκτικός νηο- νηογνώμονας νηογνώμων νηοπομπή νηρηίδα νησίδιο νηστίσιμος νιάτα Νικ νικώ νικώμενος νιος νιότη νιπτήρας νίπτω νίτρο νίφτω νίψις νιώθω νοερώς νόημα νοημοσύνη νοησιαρχία νοησιοκρατία νοικοκυρά νοικοκυρεύω νοικοκύρης νοματαίοι νομάτοι νομέας νομή νομοθεσία νομοθέτημα νομοθέτης νομός νομοτέλεια νονός νοσηλεύω νοσηρός νοσοκομείο νοσοκομεῖον νοσοκόμος νοσταλγία νοστιμάδα νοστιμιά νοστιμίζω νοσφίζομαι νουθεσία νουθετώ νουνίζω νοώ ντελόγο ντίσκο ντισκοτέκ ντόπιος νύγμα νυκταλωπία νυκτερεύω νυκτερίδα νυκτερινός νυκτοφύλακας νυμφαίον Νυμφίος νυμφομανία νυν νυξ νύχι νυχτερίδα νυχτερινός νυχτιά νωθρός νωθρότης νωθρότητα νωτιαίος νωχελής ξαγρυπνώ ξακουστός ξανάβω ξανανάβω ξανθοκυανωπία Ξάνθος ξανθότητα ξάνοιγμα ξανταίνω ξαντίμεμα ξαπόδεμα ξαποσταίνω ξαρματώνω ξάσμα ξαφνιάζω ξάφνιασμα ξαφνικός ξάφνου ξεβγάζω ξεζεύω ξεθαμπώνω ξεθυμαίνω ξείδι ξεκάμνω ξεκάνω ξεκινώ ξεκλέβω ξεκλήρισμα ξεκοιλιάζω ξεκοίλιασμα ξεκολλῶ ξεκουρδίζω ξεκουφαίνω ξεκρεμῶ ξεκρίνω ξελεπίζω ξελίγωμα ξεμπερδεύω ξεμπλέκω ξενάγηση ξεναγώ ξενηλάτης ξενηλατώ ξενοπρεπής ξενοφοβία ξενοφοβικός ξενόφοβος Ξενοφών Ξενοφώντας ξενώνας ξεπαρθενεύω ξεπάστρεμα ξεπαστρεύω ξεπετώ ξεπέφτω ξεπλέκω ξεπλένω ξέπνοος ξεπουλάω ξεπροβοδίζω ξεπροβοδώ ξεπροβοδώνω ξεραίνω ξέρασμα ξερίζωμα ξεριζωμός ξεριζώνω ξεροβήχω ξερός ξεροφαγία ξέρω ξεσπάζω ξεστράβωμα ξεστραβώνω ξέστρωτος ξετρυπώνω ξεϋφαίνω ξεφαντώνω ξέφτι ξεφτίδι ξεφτίζω ξεφτώ ξεφυσώ ξέφωτο ξέφωτος ξεχύνομαι ξεχύνω ξέω ξημαρίζω ξημαρισιά ξημερώνομαι ξημερώνω ξηραίνω ξηροδερμία ξινόγαλα ξιφίας ξόανο ξοπίσω ξορκίζω ξούρα ξούρας ξυλεία ξύλινος ξυλο- ξύλο ξυλοειδής ξυλοκέρατο ξυλοκόπος ξυλοκοπώ ξυλουργείο ξυλουργία ξυλουργικός ξυλουργός ξυλουργώ ξυλόφωνο ξυλώδης ξύλωμα ξυνωρίδα ξύπνημα ξύπνιος ξυπνός ξυπνώ ξυπόλυτος ξυράφι ξυρίζω ξυρόν ξυρός ξύσμα ξυστός ξύστρα ξυστρί ξυστρίζω ξωκλήσι -ο ὀκτάηχος ὀκτώηχος ὁμάδι ὁμάδιν -ότης -ούδι -ουρία πααίνω παγαίνω Παγγαία παγιδεύω πάγκαλος πάγκοινος παγκράτιο πάγκρεας παγκρεατίτιδα πάγουρας πάγουρος πάγω πάθημα πάθηση παθητικός παθός παιάνας Παιανιώτης παιγνίδι παίγνιον παιδαγωγώ παιδαριώδης παιδεραστία παιδευτικός παιδίσκη παιδοκομείο παιδοκτονία παιπάλη παις παίω παιώνια πακτώνω πάλαι_ποτέ παλαιοβιολόγος παλαιογραφία παλαιογράφος παλαιοζωολογία παλαιόθεν παλαιοντολογία παλαιότητα παλαιότυπο παλαιστής παλαιστικός παλαίτυπο παλαίτυπος παλαίω παλαμίδα παλιγγενεσία παλικάρι παλιλλογώ παλινορθώνω παλινόρθωση παλινωδία παλίρροια Παλλάδα παλλακίδα παλληκάρι Παμβώτιδα παμπάλαιος πάμπλουτος Παμφυλία παν- Παναθήναια πανάκεια πανδαιμόνιο πανδέκτης πανδεκτική πανδημεί πάνδημος πανδοχείο Πανδώρα πανήγυρη πάνθηρας πανίδα Παννότια πανοραμικός πάνσεπτος πανσπερμία πανσπερμικός πανσπερμισμός πανσπερμιστής πανσπερμίστρια Πανταλέων πανταλόνι πανταχού παντελής παντελόνι παντο- παντόγραμμα παντοδύναμος παντοειδής παντοκράτορας παντομίμα πάντοτε πάντοτες παντοφοβία παντρειά πάνω πανωφόρι πάππος παπυρολόγος πάπυρος πάρα παραβάλλω παραβιάζω παράβλεψη παραβολή παράβολο παραγγέλλω παράγγελμα παραγγέλνω παραγίνομαι παραγναθίδα παραγράφω παραγωγή παραδειγματίζω παραδειγματισμός παραδέχομαι παραδίδω παραδίνω παραδοξολογία παράδρομος παράθημα παραινώ παραισθησία παραίτηση παραιτούμαι παρακάμπτω παράκαμψη παρακάτω παρακεί παρακμάζω παρακοιμώμενος παράλειψη παράληψις παραλία παραλλαγή παράλλαξη παραλλάσσω παραλογίζομαι παραλογισμός παράλυση παραλυσία παραλύω παραμελώ παράμεσος παραμονή παραμυθία παρανοώ παράνυφος παράουρος παραπαίω παράπτωμα παραρρίνιος παρασιτώ παρασκευάζω παρασκήνιο παραστάδα παρασταίνω παράσταση παραστασιογραφία παραστιά παρασύρω παρασχεθείς παράταξη παράταση παρατάσσομαι παρατατικός παρατείνω παρατεταγμένα παρατηρητής παρατώ παραφερνάλια παραφορά παραφυάδα παραφυλάγω παραφυλάω παράφωνος παραχειμάζω παραχρήμα πάρδαλις παρδαλός παρεγκεφαλίδα παρεγκεφαλίτιδα παρέκβαση παρεκτρέπομαι παρέλαση παρέλκυση παρεμβάλλω παρεμπιπτόντως παρεμφερής παρενόχληση παρενοχλώ πάρεξ παρεπιδημία παρεπιδημώ παρεπιδημών παρηγοριά παρηγορία παρηγορώ Πάρης παρθένα παρθενιά παρθικός παριστάνω παρόδιος παροξυσμός παρόρμηση παροτρύνω παρουσιάζομαι παροχέας παροχέτευση παροχετεύω παροχή παρρησιαστικός παρωδία παρωπίδα παρωρίτης πάρωρος πας πασαλείβω πασαλείφω πασέτα πασίγνωστος πασίχαρος πασπάλη πασπατεύω πασσαλείφω πασσαλώνω πάστρα πάστρεμα παστρεύω παστρικά παστρικιά παστρικός πάταγος πατάρι πάτερο Πατήσια πατητήρι πατόξυλο πατραλοίας πατριάρχης πατρινοί πατριός πατριωτισμός πατρώνυμο πατώ πάτωμα παύση παυσίπονος παφλασμός παχύτερος πάω πεδιάδα πεδίο πεζοδρόμηση πεζοδρόμος πεζοδρομώ πεζοδρομῶ πεζομαχία πεθαμός πεθερά πεθερός πειθανάγκη πειθαρχία πειθαρχικός πειθαρχώ πεινάλας πειναλέος πεινώ πείραμα πειραματίζομαι πειρασμός πειραστής πειρατής πείρος πειστήριο πελάγιος πελαργός πελεκάνος πελεκητής πελέκι πελματοβάμων πέλω πελώριος πένθιμος πεντάγωνος πενταδάκτυλος πενταδάχτυλος πενταήμερος πεντακοσιομέδιμνος Πεντάτευχος πεντηκονταετής πεντηκοντούτης πεντηκοντούτις πεολειξία πεολειχία πεπειραμένος πεπιεσμένος πεποίθηση πεπραγμένος πεπρωμένο περαιώνω περαίωση πέραν Πέραν πέρας πέρασμα περατός Πέργαμος περηφανεύομαι περήφανος περιαγωγή περιαλγής περίαπτο περίαψη περιβολή περιβόλι περιβραχιόνιο περίγειο περιδεής περιδένω περιδέραιο περίδεση περιδεώς περιδινούμαι περιεκτικός περιέλιξη περιέργεια περιήγηση περιηγητής περιηγητικός περιθάλπω περικάρπιο περικόβω περιληπτικός περίληψη Περίοικοι περίοπτος περιορισμός περιουσία περιοχικός περιπατητικός περιπλανώμαι περίπλοκος περιποιούμαι περιποιώ περιπολάρχης περίπολος περιπολώ περίπτωση περισκελίδα περίσκεψη περισκόπιο περισκοπώ περισπώ περίσσεμα περίσσευμα περιστέρα περιστερεώνας περιστεροτροφείο περιστεροτρόφος περιστερώνας περιστοιχίζω περιστύλιο περίσφιγξη περιτειχίζω περίτρανος περιτρέχω περιτροπή περιττός περιυβρίζω περιφανής περιφράζω περίφραση περιφρόνηση περιφρονώ περιφρούρησις περιχαρακώνω περιχαράσσω περιχαρής πέρκα πέρκνα περκνάδα Περσέας Περσείδες περσίδα πέσιμο πεσσός πεταλωτός πέτασμα πέταυρο πέτρα πετρέλαιο πετρογραφία πετρογραφικός πετροδολάριο Πέτρος πετρώνω πετυχαίνω πεύκο πέφτω πήγμα πήζω Πηλέας πηλήκιο πηλίκο Πήλιο πηλιορείτικος Πηλιορείτισσα πήξη πήχης πι πιάστης πιάτο πιγούνι πίδακας πιεζοηλεκτρισμός πιερότος πιθανολογία πιθανολογώ πιθανότητα πικόμετρο πικραίνω πικτόγραμμα πικτογραφή πικτογράφημα πικτογραφία πίνακας πινάκι πινακίδα πιο πιοτό πιπέρι πιπερόριζα πιροπλάσμωση πίρος Πίστη πιστότητα πίστωση πίσω πίτουρο πιτσιλίζω πίτυρον πλαγιαστός πλαγκτόν πλαδαρός πλάθω πλάι πλαισιώνω πλακούντας πλανητικός πλανιέμαι πλανόβιος πλανώμαι πλασέ πλάση -πλασία -πλάσιος πλάσμα πλαστελίνη πλάστιγγα πλαστογράφος πλαστός πλάστρο πλαταίνω πλατεία πλάτη πλατίνα πλατύνω πλατυπύθμενος πλατύτερος πλατωνικός πλατωνισμός πλέθρο Πλειάδες πλειστόκαινο πλειστόκαινος πλείστος πλεκτικός πλεκτό πλεκτός πλεμάτι πλεμόνι πλέον πλεονάζω πλεονασμός πλεονέκτημα πλεονέκτης πλεονεκτώ πλευρονήκτης πλεχτό πληγή πλήγμα πλημμέλημα πλημμυρίδα πλημμυρίζω πλήμνη πλην πλην_Λακεδαιμονίων -πληξία πλήξις πληροφορώ πληρώνω πλήρωση πλησιάζω πλησιέστερα πλησιφαής πλησμονή πλιο πλόιμος πλοκή πλοκός πλουσιότατος πλουτίζω πλούτος Πλούτωνας πλύμα πλυνός πλύση πνεύμονας πνευμόνι πνευμονόκοκκος πνευμονολόγος πνευστιώ πνέω πνιγηρός πνίγος πνοή πόα ποδάγρα ποδηγετώ ποδήλατο ποδίσκος ποζολανικός πόθεν ποθώ -ποιείο ποίηση ποιητικός -ποιία ποίκιλμα ποικιλόθερμος ποικιλόχρωμος ποιμενικός ποινή ποιος ποιότητα ποιούμαι ποκάρι πολεμίστρια πολεμώ πολιομυελίτιδα πολιομυελιτικός πολιορκία πολλάκις πολλαπλασιάζω πολλαπλάσιος πολλαπλός πολλοστημόριο πόλος πολυαίωνος πολυάνδριο πολυάνθρωπος πολυαρχία πολυγονία πολύγονος πολυγραφία πολυγυνία πολύγωνος πολυδαίδαλος πολύδακρυς πολυδάκρυτος πολυέξοδος πολύκαρπος Πολύκαρπος πολυκέφαλος πολύκροτος πολυλογία πολύλογος πολυμάθεια πολυμαθής πολυμερές πολυμερής Πολύμνια πολύμορφος Πολυνησία Πολυξένη πολυουρία πολύποδας πολυποίκιλος πολυπράγμων πολύσπαστο πολυσύνθετος πολυσχιδής πολυτελώς πολυτριχία πολυχρόνιο πολυχρόνιος πολύχρονος πολφός πόλωση πόμπα πονεμένος πονηριά -πονία ποντίζω πονώ ποπό πορεύομαι πορευόμενος πορθμίδα πορθώ πορίζομαι πορίζω πορνεία πορνείο πόρνη πορνοβοσκός πόρνος πορφυρένιος πορφυρίζω πορφυρό πορφυρογέννητος πορφυρόχρωμος πόσθη πόσιμος ποσό πόσος ποσότητα ποτάμι ποτέ ποτήρι ποτήριον πότης ποτό πουλάρι Πούλια πους πούττος ποώδης πραγματικός πραματευτής πρανής πραξικόπημα πρασιά πράσο πρατήριο πράτιγο πρεβιοτικό πρεβιοτικός πρέκνα πρέσβειρα πρεσβύτερος πρηνηδόν πρηνής πριν πρινάρι πριονωτός πρίσμα προ προ- προαγωγή προαγωγικός προαίρεση προαισθάνομαι πρόβειος προβιβάζω προβιοτικό προβιοτικός πρόβλημα προβλήτα προβλήτας προβοσκίδα προγάστορας προγενέστερος πρόγευση προγηρία προγονός πρόγονος πρόγραμμα προγραμματισμός πρόδηλος προδήλως προδιαγραφή προδιαγράφω προδίδω προδικάζω προδικασία προδοσία πρόδρομος προέλαση προέρχομαι προέχει πρόθεση προκάνω προκαταλαμβάνω προκατάληψη προκείμενος πρόκειται προκήρυξη προκηρύσσω πρόκληση προκοίλης προκύπτω προληπτικός προλογίζω προμαχώνας προμεσημβρινά προμεσημβρινός Προμηθέας προμηθεύω πρόνευση προνεύω προξενιά προξενώ προοίμιο προοιωνίζομαι προοιωνίζω προοπτική προορατικός προπαίδεια προπαρασκευάζω προπεμπτικός προπέμπω προπέτης προπέτισσα προπληρώνω πρόποδες προπονώ προπορεύομαι προπόρευση πρόπτωση προς προσαγορεύω προσάγω προσάπτω προσβάλλω προσβλέπω προσβολή πρόσγειος προσδένω προσδίδω προσδοκώμενος προσειλημμένος προσελκύω προσήκει προσήλιο προσηλυτίζω προσηνής πρόσθεση προσιτός προσκέφαλο πρόσκομμα προσκόπτω προσκύνηση προσλαμβάνω προσληπτέος προσληφθείς προσνήωση πρόσοδος προσποιητός προσπορίζω προστασία προστατεύω προστάτιδα πρόστιμο προστρέχω πρόστυχος προστώο προσυπογράφω προσφάγι προσφεύγω πρόσφυγας πρόσχημα προσχηματικός πρόσχωμα προσχωρώ πρόσχωση προσωποποιία προσωρινός προταθείς προτακτικό προτείνω προτεραιότητα προτέρημα προτεταμένος προτιμώ πρότινος προτροπάδην προτροπή προϋπάρχων προϋποθέτω πρόφαση προφέρω προφητεύω προφορά προφορικός προφυλακτήρας προφύλαξη προωθούμενος πρόωση προωστήρας πρυτανεία πρυτανείο πρωθύστερος πρώρα πρώραθεν Πρωρέας πρωρεύς πρώτα πρωταίτιος Πρωτέας πρωτεϊκός πρωτέκδικος πρωτεύω πρωτινός πρωτογενής πρωτόγονος Πρωτομαγιά πρωτομαγιάτικος πρωτοξείδιο πρωτοτόκος πρωτότοκος πτέρυγα πτερύγιο πτερώνω πτίλωμα Πτολεμαίος πτύξη πτώμα πτώση πτωτικός πτωχαλαζόνας πτωχαλαζονεία πυγμαίος πυγμαχία πυγμάχος πυγμαχώ πυθαγόρειος πυθμένας πυκνότητα πυκνώνω πυλωρός πυξ πυξάρι πυξίδα πύξινος πύξος πύο πυουρία πυρ- πυράγρα πυραμίδα πύραυλος πύραυνο πύργος πυρίμαχος πυρκαγιά πυρόλυση πυρομανής πυρόμετρο πυροστιά πυρόσφαιρα πυροφάνι πωγωνάτος πωγωνοφόρος -πώλης πωλητήριο πωλήτρια πώλος πώμα πώρινος πώς

Ρ-Ω[επεξεργασία]

Ρα ραβδίζω ραβδούχος ραγάδα ραγίζω ραδίκι ραδιογωνιομετρία ραδιούργος ραδιουργώ ραδιόφωνο ραθυμώ ραίνω ραντίζω ραπάνι ραπίζω ράπτω ράσο ραστώνη ραφανίδα ραφανίς ραφή ράχη ραχιαίος ραψωδία ραψωδός Ρέα ρεβιθιά ρέβω ρέγομαι ρείθρο ρεκάζω ρέκτης ρέμα ρεματιά ρεπάνι ρετσίνα ρετσίνι ρετσινιά ρεύμα ρευστό ρευστός ρήγμα ρηγνύω ρήμα ρηματικός ρήξη ρηξικέλευθος ρῆξις ρητινικός ρητινώδης ρητό ρήτρα ρήτωρ ρίγανη ριγώ ρίζα ριζικός Ριζοῦς ρίζωμα ριζώνω ρικνούμαι ρίνα ρινίζω ρινίτιδα ριπίζω ρίφι ρίχνω ρίψασπις ριψοκίνδυνα ριψοκίνδυνος ρο ροβίθι ρόδακας ροδάκινο ροδαλός ροδάνι ρόδινος ροδοστέφανος ροδώνας ροζ ροζέ ρόμβος ροοστάτης ροπαλάκι ροπαλιά ρόπαλο ρόπτρο ρούμπος ρόφημα ρόχθος ρυάκι ρυθμιστήρας ρυθμολογία ρυθμολογικός ρυθμολόγος ρύμη ρυμοτομία ρυπαντής ρυπαρός ρύση ρύσις ρυτό ρυτόν ρω ρώγα ρωγμάτωση ρωγμή ρώθων ρωμαϊκός Ρωμαίος ρώμη Ρωξάνη σαγόνι σακελάριος σακελλάριος σακί σακκί σακοειδής σακούλι σαλεύω σάλος σάλπη σάλπιγγα σαλπιγγίτιδα σαλπίζω σαμάρι σαμάριν σαμιακός σαν σανίδωμα σαπίζω σαπίλα σάπιος σάρα σαράντα σαραντάδα σαρανταήμερος σαραντάχρονος σαργός σαρίδι σάρκινος σαρκοείδωση σαρκώδης Σαρωνικός σαρώνω σάτυρος σαύρα σαφηνίζω σβένω σβέση σβήνω σβώλος σε σεβαστικός σέβομαι Σειρήνα σειρήνα Σείριος σείσμα σελασφόρος Σελήνη σεληνογραφία σελίδα σεμνότητα σεμνύνομαι σέντρα σεντράρισμα σεντράρω σέπομαι Σέρρες σεσημασμένος σήμα σημαία σημαντήρας σήμαντρο σημασία σηματωρός σημειολόγος σήμερα σηπτικός σήραγξ σθεναρός σιαγόνα σιαλαγωγός σιγά σίγμα σιδηροπενία σιδηροπενικός σιδηρούς σιελόρροια σιέλωση σικελικός Σικινιώτης σίκλα σιμός σιμότητα σιμώνω σινδόνιον σινίκι σισύρα σισύφειος σιτάρι σιτευτός σιτεύω σιτηρέσιο σιτίζω σίτιση σιτοβολώνας σιτοδεία σιτοφύλακας σίφνιος Σίφνιος σίφουνας σιωπηρός σκάβω σκάζω σκαθάρι σκαιότητα σκαλμός σκανδάλη σκάπτω σκαρίφημα σκαρμός σκαρτάδα σκαρτάδος σκάρτος σκαφοειδής σκεβρώνω σκέδαση σκελέα σκελετός σκελίδα -σκεπής σκευάζω σκευή σκευομορφικός σκευομορφισμός σκευοφόρος σκέψη σκηνή σκηνοθέτης σκηνοθέτις σκηνοθέτρια σκιάδι Σκιάθος σκίζα σκίρτημα σκιρτώ σκίρων σκιώδης σκληραγωγώ σκληροτράχηλος σκοπευτήριο σκοπεύω σκοπιά -σκοπία σκόπιμος σκοπώ σκόρος σκορπιός σκοτοδίνη σκούζω σκουλαρίκι σκουλήκι σκουληκιάζω σκουλί σκουριά σκύβαλο σκυθρωπάζω σκυθρωπός σκυθρωπότητα Σκύλλα σκύμνος Σκύρος σκυρόστρωση σκυτάλη σκύτινος σκυτοτόμος σκώμμα σμαράγδι σμέρνα σμήγμα σμίλευμα σμίλευση σμιλεύω σμυρίδα σνίχι σοδειά σόδιασμα σολοικίζω σόλοικος Σόλωνας σου Σούλι σουπιά σουραύλι σουσαμάτο σουσαμάτος σοφίζομαι σόφισμα σπάζω σπάθη σπανίζω σπάνιος σπανιότητα σπάνις σπαράγγι σπάραγμα σπάρος σπαρταρίζω σπαρτάρισμα σπαρταριστός σπέργδην σπερμικός σπερμολόγος σπεύδω σπήλαιο σπηλαιολόγος σπηλιά σπίλος σπιλώνω σπινθήρ σπινθήρας σπιρομέτρηση σπιρόμετρο σπλαγχνικά σπλάγχνο σπλαχνικά σπλάχνο σπλήνα σποδός σπόνδυλος σπόνσορας σπορά σπόρος σπουδαίος σπρώχνω σπυρί σταγόνα σταδία στάδιο σταθερός σταλαγμός σταλακτίτης σταλαμός σταλτικός σταμνί στάση στάσιμο στάσιμος -στάσιο στατήρας -στάτης στατικός σταύρωση σταφυλή σταφυλικός στεγανότητα στείρα στείρος στειρώνω στέκομαι στελεχώνω στέναγμα στεναχωράω στεναχωρώ στενογραφία στενογραφικός στενογράφος στενότερος στενότητα στενοχωρώ στενωπός στερεοϊσομέρεια στερεοτυπία στεριώνω στερώ στεφάνι στεφοδότης στηθαίο στηθοσκόπιο στηλιτεύω στηλώνω στήμονας στήνω στήριγμα στια στίβος στίβω στίλβη στιλβώνω στιλό στίφος στιχομυθία στιχοπλόκος στιχουργός στλεγγίδα στλεγγίζω στοά στοιχίζω στοίχος στοναχή στουπί στοχεύω στόχος στραβός στραβώνω στραγάλι στρατήγημα στρατηγώ στρατοκρατία στρατονόμος στρατόπεδο στρεβλός στρείδι στρεπτόκοκκος στρεψοδικώ στρίβω στριγκός στρόβιλος στρογγυλός στρόγγυλος στροφέας στροφείο στροφυλιά Στρυμόνας Στρυμονικός στρυφνός στρύχνος στρώνω στρώση Στύγα στυγερός στυλοβάτης στυλώνω στύση στύψη στωμυλία συάκι σύαξ συγγενικός συγγνωστός συγγραφή συγγράφω συγκαλύπτω συγκαλώ συγκαταβαίνω συγκατάβαση συγκατέχω συγκεκριμένος συγκεράζομαι συγκεράζω συγκερασμός συγκεφαλαιωτικός συγκεχυμένος συγκίνηση σύγκλινο συγκλίνω σύγκλιση συγκοινωνώ συγκομίζω συγκρίνω συγκριτικός συγκρότηση συγκροτώ συγκυβέρνηση συγκυβερνώ συγχύζομαι συζευγνύω συζυγία συζώ Συΐδες Συκέα συκιά συκοφαντία συκοφαντικός συκοφαντώ σύληση συλητής συλλέγω συλλέκτης σύλληψη συλλυπούμαι συλώ συμβάλλομαι συμβάν συμβασιούχος συμβεβηκός συμβεβλημένος συμβόλαιο συμβολαιογράφος συμβολισμός σύμβολο συμβουλάτορας συμμαχώ συμμετέχω συμμετοχή συμπαρομαρτούντα συμπαρομαρτώ συμπάσχω συμπεθερεύω συμπεθεριάζω συμπέθερος συμπέρασμα συμπερίληψη συμπεριφέρομαι συμπιέζω συμπίεση συμπίλημα συμπίληση συμπιλώ συμπίπτω σύμπνοια συμπονετικός συμπορεύομαι σύμπτυξη σύμπτωση συμπυκνώνω συμφιλίωση σύμφραση συμφυής συμφυρμός σύμφυρση σύμφυση σύμφυτος συμφωνία συν- συνάγω συνάδει συνάδελφος συναίρεση συναισθησία συναλλαγή συνάμα συνάντηση συναντίληψη συναπάντημα συναποκομίζω συναπτός συνάπτω συναρπάζω συναρτώ συναφής σύναψη συνάω συνδαιτυμών συνδειπνώ σύνδεση σύνδεσμος συνδέσμωση συνδικάτο σύνδρομο συνεισφέρω συνέντευξη συνεπάγομαι συνέπεια συνεπής συνεπτυγμένος συνεργάζομαι συνεργάτιδα συνέργεια συνεργία συνεργός συνέρχομαι σύνεση συνεχίζω συνέχω συνηγορώ συνήθεια συνηχούμενος σύνθεση συνθέτης συνθετικός σύνθετος συνθέτω σύνθημα συνθλίβω σύνθλιψη συνίζηση σύννοια συνοδοιπορώ σύνολος συνομοταξία συνουσιάζομαι συνοφρυώνομαι σύνοψη συνταράζω συνταράσσω συντάσσομαι συντείνω συντελώ συντεχνία συντηρητικός σύντμηση συντριβή συντρίβω σύντριμμα συντριπτικά συντριπτικός συνύπαρξη συνυφαίνω συνύφανση συνωθώ συνωμοσία συνωμότης συνωρίδα σύριγγα σύριγμα συρραφή συρρίκνωση συρροή συρτάρι συσκευάζω συσσίτιο συστέλλω σύστημα συστοιχώ συστολή συστολικός συστρατεύομαι συστρέφω συστροφή συσφίγγω συσφιγκτήρα συσφιγκτήρας σύσφιγξη συσφικτήρα συσφικτήρας σύσφιξη συχνάζω συχνοουρία συχνός συχνουρία σφάγιο σφαγίτιδα σφαδάζω σφάζω σφαλάγγι σφεντάμι σφεντόνα σφετερίζομαι σφηνοειδής σφιγκτήρας σφιχτός σφόδρα σφοντύλι σφοντύλιν σφουγγίζω σφραγίδα σφραγίζω σφραγιστικός σφραγιστός σφυγμός σφύρα σφυρήλατος σφυρί σχεδία σχεδιάζω σχεδόν σχετλιασμός σχηματίζω σχίζα σχίνος σχιστόλιθος σχοινί σχολείο σχόλη σχολώ σωθικά σωλήνας σωληνοειδής σωματίδιο σωματικός σωμάτιο σωματομετρία σωματότυπος σωματώδης σώνω σωπαίνω σωσίβιος σωστικός σωστός σωτήρας σωτήριος σωφρονίζω σωφρονισμός Ταβιθά ταγή ταγίζω τάγμα ταή ταΐζω ταίρι τακτικισμός τακτός ταλαντεύομαι ταλαντευόμενος ταλαντεύω τάλαντο ταλαντώνομαι ταλάντωση ταλάντωσις τάμα ταμειακός ταμείο Τάμεσης ταμιευτήρας ταξίδι ταξίμετρο ταπεινώνω ταπείνωση τάπητας ταπί Ταράντο ταράσσω ταρτάρ τάρταρα τάρταρος τάση Τάταρος ταυ ταυρόκολλα ταύρος ταυτίζω ταυτομερές ταυτότητα ταυτωνυμία ταχέως ταχύπλοο ταχύπλοος ταχύτης ταχύτητα ταώς τεθλιμμένος τέθριππο τειχίζω τείχιση τειχοδομία τειχοποιία τεκμαρτός τεκμήριο τέκνο τελαμώνας τελειότητα τελείως τελεολογία τελεστικός τελεσφόρος τελεσφορώ τελικός τελματώδης τελωνείο τελώνης τελώνιο τεμάχιο τεμάχιον Τενέδιος τεράστιος τερατογένεση τερατολόγημα τερατολογία τερατολόγος τερατολογώ τερέβινθος τερετίζω τερέτισμα τερετισμός τερηδόνα τερπνός τέρπω τέρψη τεσσαράκοντα τέταρτος τέτοιος τετρα- τετράγλωσσος τετράδιο τετράμορος τετράντας τετραπλός τετράπολος τετράπτιλος τετράπτωτος τετράρρυθμος τετραστάσιος τετράσχιστος τετράτροπος τετραφαλαγγία τετράφαλος τετράφυλος τετραχρονώ τεύχος τέφρα τεχνηέντως τεχνική τεχνίτης τεχνολόγος τεχνολογώ τζιτζίκι τζίτζιρας τζίφος τζούφιος τηγανητός τηγανίτα Τηθύς τηλε- τηλεδιάγνωση τηλεκάρτα Τηλεμάχη τηλεόραση τηλεορασίτσα τηλεορασούλα τηλεφωνηματάκι τηλεφωνητής τηλεφωνία τηλεφωνικός τηλεφωνώ -τήρι τηρώ της τιάρα τίγαρις τίγρη τίγρης τιθασεύω τίθεμαι τίμημα τίμιος Τίμωνας τιμωρητέος τιμωρία τιμωρώ τινάζω τίση τίτσιρος τμητικός τοιουτοτρόπως τοιχοποιία τοκετός τολμηρός τολμώ τολύπη τομεύς τόμος τονίζω τονούμενος τοξίνη τόξο τοπίο τοποθεσία τόπος τοπωνυμία τοπωνύμιο τορνεύω -τος τουθόπερ τούμπα τούμπαλιν τουναντίον τουρ τουρισμός τουρνουά τουρτουρίζω τοχαρικός τραβάω τραμπάλα τρανός τρανσφοβία τρανφοβία τραπεζώνω τραύλισμα τραυλισμός τραυλός τραυλότητα τραύμα τραυματίζω τραχεία τρεπόνημα τρήμα τρήση τριάκοντα τριακοσιομέδιμνος τριακοστός τριάντα τριαντάδα τριβή τρίγλυφο τρίγλυφος τριγμός τρίζω τρικαλινός Τρικαλινός τρίκερκος Τρικκαίος Τρίκορφον τρίκυκλο τρικυμία τριμερής τρίμμα Τριόδια τριπλός τρισάθλιος τρισόλβιος τριταίος τρίτος τριφύλλι Τριώδιο τριώροφος τροβαδούρος Τροία τρομερός τρόπαιο τροπή τρόφιμο τροχαλία τρυγόνα τρυγόνι τρυπάω τρυπώ τρυφερός τρυφερότητα τρωγλοδύτης Τσάκωνας τσάμικος Τσαμουριά τσαπίζω τσάφκα τσέρι τσιάφκα τσιγγάνος Τσιέτι τσίκνα τσιλημπούρδημα τσιλημπούρδισμα τσιληπούρδισμα τσιληπουρδῶ τσίνορο τσιπούρα τσίπουρο τσιρότο τσιτσί τσίφτης τσουγκρίζω τσούζω τσουκνίδα τσόφλι τύμβος τυμβωρυχία τυμβωρύχος τυμπανισμός τυμπανιστής τυμπανίτιδα τύμπανο τύποις τύπος τυπώνω τυραννεύω τυραννία τυραννώ τυρί τυροκομώ Τύρος τυφλόμυγα Τυφώνας τύφωση τυχηροπαιξία Τύχων -ύλλιο φαγγρί φαγέδαινα φαγέσωρας φαγητό φαγητόν φαγί -φάγος φάγρος φαΐ φαιδρολογώ Φαίδρος φαιδρότητα φαιδρυντικός Φαίδων Φαιναρέτη φαινομενοκρατία φαινομηρίδα φαινότυπος φακίδα φακιολίζω φάλαγγα φάλαγγας φαλαγγηδόν φαλάγγι φαλαινοθήρας φαλακρώνω φαλανστήριο φάλαρα φαλαρίδα φαλλοκράτης φανάρι φανερός φανοκόρος φαντάζομαι φαντάζω φανταιζί φαντασμαγορία φαντασμαγορικά φαντασμαγορικός φαντεζί φαντεζίστας Φαρκαδόνα φαρμακευτής φαρμακολογία φαρμακοποιός φαρμακοτριβείο φαρμακοτρίφτης φαρμακώνω φάρσωμα φάρυγγας φαρυγγοσκόπιο φαρυγγωδυνία φαρφουρί φάση φασκιώνω φασκομηλιά φασκόμηλο φατνωτός φαυλοκόλακας φειδωλία φειδωλός φελώ φεμτόμετρο φενάκη φέρετρο φέρνω φερομόνη φέρσιμο φέρων φερώνυμος φευ φευκτός φηγός φημισμένος φθείρα φθειρίαση φθήνια φθηνός φθίση φθισικός φθονώ φθόριο φθορίωση φιζίκ φίκος φίλα φιλαλήθεια φιλανθρωπία φιλαπόδημος φιλαργυρία φιλάρχαιος φίλαρχος φιλαυτία φίλαυτος φιλέλληνας φιλελληνισμός φιλέρημος φιληδονία φιλήκοος φιλί φιλία φιλικός φίλιππος φιλμογραφία φιλογύνης φιλόδικος φιλοδοξία φιλοδωρώ φιλοζωία φιλοθεάμων φιλόκαλος φιλοκερδής φιλολογία φιλομάθεια φιλομαθής φιλόμουσος φιλονικία φιλόνικος φιλονικώ φιλοξενία φιλόξενος Φιλοποίμην φιλοπονία φιλοπότις φιλοπράγμων φιλοσόφημα φιλόσοφος φιλοστοργία φιλόστοργος φιλότεκνος φιλοτεχνία φιλότεχνος φιλοτεχνώ φιλοτέχνως φιλότης φιλότιμο φιλοτιμούμαι φιλοτιμώ φιλοφοβία φιλοχρηματία φιλοχρήματος φιλόψογος φιλοψυχία φιλτράρω φιλύρα φιλώ φιμώνω Φινέας φίσκα φκιασίδι φκιασίδωμα φκιασιδωμένος φκιασιδώνω φκυασίδι φλέβα φλεβοτομία φλεβοτόμος φλεβοτομώ φλεβώδης φλεγματικός φλεγματώδης φλεγμονή φλεγμονώδης φλέγω φλέμα φλεψ φληναφώ φλησκούνι φλιά φλισκούνι φλόγα φλογερός φλογώδης φλόγωση φλόμος φλομώνω φλούδα φλύκταινα φλώρι φλώρος φοβέρα φόβητρο φοβητσιάρης Φοίβη φοιβόληπτος Φοίβος φοίνικας Φοίνικας Φοινίκη φοίνιξ Φοίνισσες φοίτηση φολίδα φονεύω φονικός φορείο φόρμα φόρμιγγα φόρμουλα φορολόγηση φορολογία φορομπήχτης φορτηγάκι φορτίζω φορτικός φορτίο φόρτιση φορτωτήρας φορώ φούσκα φουσκί φούχτα φράγμα φραγμός φρακτή φράκτης φρασεολογία φράση φρεγάδα φρεγάτα φρεναπάτη φρένες φρενιάζω φρενοβλάβεια φρικιώ φρίσσω φρίττω φρόνηση φροντίδα φροντιστής φρονώ φρουρά φρούραρχος φρουρώ φρυάζω φρύγανο φρύγανον φρυγικός φρύγω φρύδι Φρύνη φρύνος φτάνω φτειασίδι φτέρη φτέρνα φτερνίζομαι φτεροπόδαρος φτερούγα φτερώνω φτήνια φτηνός φτιασίδι φτιασιδωμένος φτιασιδώνω φτυάρι φτώχεμα φτωχός φυγαδεύω φυγόδικος φυγοδικώ φύκι φύλαγμα φυλαγμένος φυλάγω φύλακας φυλακτήρας φύλαξη φύλαρχος φυλάσσω φυλαχτό φυλετικός φυλλοβολία φυλλοβολώ φυλλορροώ φυλλοταξία φυλλώδης φύλλωμα φύλο φυλογονία φύλον φύμα φυμάτιο φύομαι φύρα φύραμα φυρόμυαλος φυρονεριά φυσαλίδα φυσαλλίς φύσημα φυσητήρας φυσητός φύσιγγα φυσικότητα φυσιογνωμία φυσιοδίφης φυσιολογικός φυτάνη φύτεμα φύτευμα φύτευση φυτευτός φυτεύω φυτικός φύτρα φώκια Φωκίδα φωλεός φωλεύω φώλι φωλιάζω φώλος φωναγγειογράφημα φωναγγειογραφία φώνημα φωρατής φωστήρ φωστήρας φωσφορίζω φωσφορισμός Φώτα φωταύγεια φωτάω φωτεινός Φώτης Φώτιος φωτοβόλος φωτοβολταϊκός φωτογραμμετρία φωτογραφία φωτογραφίζω φωτογραφώ φωτοδίοδος φωτοθάλαμος χάβω χαϊδεύω χαίρε χαιρέκακος χαίρομαι χαλάζιο χαλαρώνω χαλίκι χαλικοδόμος χαλικοθηρίο χαλικώνω χαλίκωση χαλιναγώγησις χαλινάρι χαλινός χαλινώνω χαλκάς χαλκείο Χαλκίδα χαλκοειδής χαλκοπόδαρος χαλκοστρωμένος χαλκόστρωτος χαλκότονα χαλκούχος χαλκώδες χαλκωρυχείο χάλυβας χαμαιτυπείο χάμου χαρακτήρας χαρακτηρίζω χάραμα χαραμάδα χαραματιά χάραξη χάρβαλο Χαρίκλεια Χάρις χαριτολόγος χαρμονή χαρμοσύνη Χάροντας χαρούμενος χαρούπι χάρτα χαρτί χάρτινος χαρτογραφία χαρτοθέτης χαρτομανής χαρτομάντης Χάρυβδη χαρωπός χασμουριέμαι χαυλιόδοντας χαύνος χαυνότητα χαυνώνω χάφτω χαχανίζω χειμάζομαι χειμέριος χειμωνικός χειρ χείρα χειραλικότητα χειριδωτός χειρίζομαι χείριστος χειρόβολο χειροδικώ χειρονομία χειρότερα χειροτεχνία χειροτεχνικός χειροτόνηση χειροτονώ χειρουργικός χειρουργώ χειρώνακτας χελιδόνι χελώνα χελωνοειδής χέρι χεροβολιά χερόβολο χερόμυλος χεροπόδαρα χερσότοπος χέστρα χηβάς χθεσινός χθόνιος χθων χιαστί χιαστό χιαστός χιλιάζω χιλιάκις χιλίαρχος χιλιετία χιλιο- Χίμαιρα χιμώ χιονώδης χλαίνα χλαίνη χλαμύδα χλανίδα χλευασμός χλοερός Χλόη χλωρίδα χλώριο χνότο χνούδι χνώτο χοή χοηφόρος χοϊκός χοίνικας χοιράδες χοιράδωση χοιρίδιο χοιρινός χοίρος Χοιροσφάκτης χολερικός χολοκυστογραφία χόνδρος χορικός χοριοειδής χοροστατών χορταίνω χορτάρι χόρτασμα χορτασμός χόρτο χορτοφάγος χορωδία χους χοχλάδι χοχλίδι χρειάζομαι χρειώδης χρεωφειλέτης χρήζω χρήμα χρησιδάνειον χρησιμεύω χρησιμοθηρία χρησμοδότης χρησμοδοτώ χρηστήριο χρηστήριος χρηστικός χρηστικότητα χρηστοήθεια χρηστοήθης χρηστός χρηστότητα χρηστώνυμο χρίζω χριστεπώνυμος χριστός Χρίστος Χριστόφορος χρονικό χρονομέτρης χρονομετρία χρονομετρικός χρονόμετρο χρονομετρώ χρυσεπίβαπτος χρυσόδετος χρυσοποίκιλτος χρυσοπόρφυρος χρυσοστεφής χρυσόφτερος χρυσοχέρης χρυσωτός χρώμιο χρως χρώση χτένα χτένι χτενίζω χτεσινός χτυπάω χτύπος χτυπώ χύδην χύνω χυτρισμός χωλότητα χωνί χώνω χωράφι χωρητικότητα χώρια χωριάτης Χωρίζοντες χωριστά ψαθυρός ψάλλομαι ψαλτά ψαλτήρι ψαλτήριο ψαλτός ψάλτρα ψάλτρια ψαμμίαση ψαμμίτης ψαμμώδης ψάξιμο ψαρίσιος ψαρόλαδο ψαύση ψάχνω ψεγάδι ψεδνός ψεκάζω ψεκτά ψέλιο ψέλλιο ψέλλισμα ψελλότητα ψεσινός ψευδαττικισμός ψευδοαττικισμός ψευδοκύηση ψευδολογία ψευδολόγος ψευδομαρτυρώ ψευδορκία ψευδορκώ ψευδόσοφος ψευδωνυμία ψευδώνυμος ψευδωνύμως ψευδώς ψευτιά ψήγμα ψηλάφηση ψηλαφητί ψηλαφίζω ψηλαφώ ψηλός ψηφάω ψηφίδα ψηφιδοφόρος ψηφιδωτός ψηφίο -ψήφιος ψήφιση ψηφολέκτης ψηφώ ψι ψίδι ψιδιάζω ψίδιασμα ψιθυρίζεται ψιθυρισμός ψιθυριστός ψιλέ ψιλικά ψιλώνω ψιμύθιο ψιμυθιώνομαι ψιχάλα ψιχαλίζει ψιχίο ψοφίμι ψοφοδεής ψυκτικός ψυχαγωγικός ψυχαγωγώ ψυχαναληπτικός ψυχάρι ψυχασθένεια ψυχεδέλεια ψυχεδελικός ψυχοαναληπτικός ψυχοβιολογία ψυχοβιολογικός ψυχοβιολογισμός ψυχοβιολόγος ψυχόγραμμα ψυχοδραματικός ψυχοδυναμικός ψυχοδυναμισμός ψυχολογία ψυχολόγος ψυχομάχημα ψυχομαχητό ψυχομαχώ ψυχομετρικά ψυχομετρικός ψυχοπόνια ψυχοπονώ ψυχορράγημα ψυχορραγώ ψυχοσάββατο ψυχοσωματική ψυχοσωτήριος ψυχοτεχνική ψυχοτεχνικός ψυχοτρόπος ψυχοφαρμακολογία ψυχοφυσιολογία ψυχοφυσιολογικός ψυχοφυσιολόγος ψυχοχειρουργική ψυχραίνομαι ψυχραίνω ψυχρήλατος ψυχρηλατώ ψυχρολουσία ψυχρόμετρο ψυχρόφιλος ψυχώνω ψωμί ψωμίζω ψωραλέος ὠάριον -ώδης -ώνας -ώνυμο -ώνω ὠοθήκη ὠορρηξία ὠοσκόπιον -ωπός ὡρίμως ὡρολογοποιός -ως ὠφελιμότης