Βιολέτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: βιολέτα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Βιολέτα οι Βιολέτες
      γενική της Βιολέτας των Βιολετών
    αιτιατική τη Βιολέτα τις Βιολέτες
     κλητική Βιολέτα Βιολέτες
Συνήθως στον ενικό.
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Βιολέτα < βιολέτα < ιταλική violetta < viola < λατινική viola

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Βιολέτα θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]