Βιρβιλιού
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Βιρβιλιού < γενική ενικού του αρσενικού Βιρβιλιός
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Βιρβιλιού θηλυκό (αρσενικό Βιρβιλιός)
Βιρβιλιού θηλυκό (αρσενικό Βιρβιλιός)