Μετάβαση στο περιεχόμενο

Βιτεμβέργη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η Βιτεμβέργη
      γενική της Βιτεμβέργης
    αιτιατική τη Βιτεμβέργη
     κλητική Βιτεμβέργη
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Βιτεμβέργη < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Βιτεμβέργη θηλυκό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]