Βλάχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: βλάχος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Βλάχος οι Βλάχοι
      γενική του Βλάχου των Βλάχων
    αιτιατική τον Βλάχο τους Βλάχους
     κλητική Βλάχο Βλάχοι
Ονοματεπώνυμα - όπως «Δημητράκος - υπνάκος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Βλάχος < μεσαιωνική ελληνική Βλάχος < πρωτοσλαβική *volxъ < πρωτογερμανική *walhaz (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈvla.xos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Βλά‐χος

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Βλάχος αρσενικό

  1. (εθνικά ονόματα) αυτός που κατάγεται από τη Βλαχία και μιλά τα βλάχικα (θηλυκό Βλάχα)
  2. ομιλητής της βλαχικής γλώσσας
  3. αυτός που ασχολείται με τη ποιμενική εργασία
  4. (μεταφορικά) άξεστος με χωριάτικη συμπεριφορά
  5. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Βλάχου)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταγραφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]