Βολταίρα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Βολταίρα < γενική ενικού του αρσενικού Βολταίρας
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Βολταίρα θηλυκό (αρσενικό Βολταίρας)
Βολταίρα θηλυκό (αρσενικό Βολταίρας)