Βορέης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική Βορέης -
Γενική Βορέου -
Δοτική Βορέῃ -
Αιτιατική Βορέην -
Κλητική Βορέη -

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Βορέης < ὄρος, ϝόρος (δηλαδή αέρας που φυσά απ' τα βουνά)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Βορέης αρσενικό μόνο στον ενικό (& Βορέας & αττικός τύπος Bορρᾶς & Βοῤῥᾶς)

  1. (μυθολογία) γιος του Αστραίου και της Ηούς, θεός-προσωποποίηση του βόρειου ανέμου
  2. βοριάς, ο βόρειος άνεμος
  3. το βόρειο μέρος του ορίζοντα