Βοτανικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: βοτανικός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Βοτανικός οι Βοτανικοί
      γενική του Βοτανικού των Βοτανικών
    αιτιατική τον Βοτανικό τους Βοτανικούς
     κλητική Βοτανικέ Βοτανικοί
Συνήθως στον ενικό.
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Βοτανικός < ουσιαστικοποιημένο αρσενικό του επιθέτου βοτανικός

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vo.ta.niˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Βο‐τα‐νι‐κός

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Βοτανικός αρσενικό

  • συνοικία της Αθήνας
    ※ Από αριστερή σκοπιά μιλώντας, η ιστορία με το γήπεδο στον Βοτανικό, ή σε οποιοδήποτε άλλο κεντρικό μέρος της πόλης, συμπεριλαμβανομένης της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, σηκώνει πολλή κουβέντα (Χριστόφορος Κάσδαγλης. Το γαμώτο ενός παναθηναϊκού, (Αθήνα: Καστανιώτης, 2010) ISBN 978-960-03-5103-3)
    ※ Του Βοτανικού ο μάγκας πέθανε την Κυριακή / και τον κλάψαν οι κοπέλες κι όλοι οι φίλοι οι καρδιακοί. (τραγούδι: Του Βοτανικού ο μάγκας, 1963, ερμηνεία/μουσική Γρηγόρης Μπιθικώτσης, στίχοι: Λάκης Τσώλης)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]