Βραχιόλη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Βραχιόλη < γενική ενικού του αρσενικού Βραχιόλης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Βραχιόλη θηλυκό (αρσενικό Βραχιόλης)
Βραχιόλη θηλυκό (αρσενικό Βραχιόλης)