Μετάβαση στο περιεχόμενο

Βυζάντιον

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική τὸ Βυζάντιον
      γενική τοῦ Βυζαντίου
      δοτική τῷ Βυζαντί
    αιτιατική τὸ Βυζάντιον
     κλητική ! Βυζάντιον
2η κλίση, Κατηγορία 'πρόσωπον' όπως «πρόσωπον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Βυζάντιον < Βύζας, Βυζαντ- (< προέλευσης από τη θρακική) + -ιον

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Βυζάντιον, -ου ουδέτερο

  • (πόλη) το Βυζάντιο, αποικία των Μεγαρέων
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 9 (Καλλιόπη), 89.4
    καὶ ἀπικνέεται ἐς Βυζάντιον, καταλιπὼν τοῦ στρατοῦ τοῦ ἑωυτοῦ συχνοὺς ὑπὸ Θρηίκων τε κατακοπέντας κατ᾽ ὁδὸν καὶ λιμῷ συστάντας καὶ καμάτῳ· ἐκ Βυζαντίου δὲ διέβη πλοίοισι.
    Και φτάνει στο Βυζάντιο, αφήνοντας πίσω του πολλούς στρατιώτες που είτε τους πετσόκοψαν οι Θράκες στην πορεία τους είτε τους θέρισε πείνα και κούραση· κι απ᾽ το Βυζάντιο πέρασε απέναντι με πλεούμενα.
    Μετάφραση (1995): Ηλίας Σπυρόπουλος. Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr
      5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Ἑλληνικά, 2, 2.1
    οἱ δὲ προδόντες Ἀλκιβιάδῃ τὸ Βυζάντιον τότε μὲν ἔφυγον εἰς τὸν Πόντον, ὕστερον δ᾽ εἰς Ἀθήνας καὶ ἐγένοντο Ἀθηναῖοι.
    εκείνοι πάλι που είχαν προδώσει το Βυζάντιο στον Αλκιβιάδη κατέφυγαν πρώτα στον Πόντο κι αργότερα στην Αθήνα, όπου έγιναν Αθηναίοι πολίτες.
    Μετάφραση (2012, 1η:1966): Ρόδης Ρούφος. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας @greeklanguage.gr

Παράγωγα

[επεξεργασία]