Μετάβαση στο περιεχόμενο

Βόρας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ο Βόρας
      γενική του Βόρα
    αιτιατική τον Βόρα
     κλητική Βόρα
Κατηγορία όπως «Αντρέας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Άποψη του Βόρα

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Βόρας < τουρκική bora < ιταλική borea < λατινική boreas < αρχαία ελληνική Βορέας (αντιδάνειο)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈvo.ɾas/
 
τυπογραφικός συλλαβισμός: Βόρας

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Βόρας αρσενικό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]