Βόσπορος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Βόσπορος οι Βόσποροι
      γενική του Βοσπόρου
& Βόσπορου
των Βοσπόρων
& Βόσπορων
    αιτιατική τον Βόσπορο τους Βοσπόρους
& Βόσπορους
     κλητική Βόσπορε Βόσποροι
Συνήθως στον ενικό.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Βόσπορος < βους + πόρος (πέρασμα βοδιών ή πέρασμα με τη χρήση δέρματος βοδιών)

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Βόσπορος αρσενικό

μες του Βοσπόρου τα Στενά
Στενά Βοσπόρου-Δαρδανελλίων

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]