Βόσπορος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική Βόσπορος
γενική Βοσπόρου
αιτιατική Βόσπορο
κλητική Βόσπορε

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Βόσπορος < βους + πόρος(πέρασμα βοδιών ή πέρασμα με τη χρήση δέρματος βοδιών)

Open book 01.svg Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Βόσπορος αρσενικό

μες του Βοσπόρου τα Στενά
Στενά Βοσπόρου-Δαρδανελλίων


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]