Μετάβαση στο περιεχόμενο

Γαλανιανά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα Γαλανιανά
      γενική των Γαλανιανών
    αιτιατική τα Γαλανιανά
     κλητική Γαλανιανά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Γαλανιανά < το επώνυμο Γαλάνης[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɣa.la.ɲaˈna/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Γαλανιανά

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Γαλανιανά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]