Γαλλίδα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Γάλλος Γαλλίδα Γάλλοι Γαλλίδες
γενική Γάλλου Γαλλίδας Γάλλων Γαλλίδων
αιτιατική Γάλλο Γαλλίδα Γάλλους Γαλλίδες
κλητική Γάλλε Γαλλίδα Γάλλοι Γαλλίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Γαλλίδα < Γάλλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Γαλλίδα θηλυκό

  1. γυναίκα που κατάγεται από τη Γαλλία
  2. γυναίκα που έχει γαλλική ιθαγένεια ή υπηκοότητα
  3. (συνεκδοχικά) γυναίκα που κατοικεί στη Γαλλία
  4. (μεταφορικά) γυναίκα που έχει ασπαστεί έναν τρόπο ζωής που θυμίζει τη Γαλλία
    δείτε τη λέξη: γαλλοφιλία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]