Γαλλιώτα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Γαλλιώτα < γενική ενικού του αρσενικού Γαλλιώτας
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Γαλλιώτα θηλυκό (αρσενικό Γαλλιώτας)
Γαλλιώτα θηλυκό (αρσενικό Γαλλιώτας)