Μετάβαση στο περιεχόμενο

Γενημάκια

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα Γενημάκια
      γενική
    αιτιατική τα Γενημάκια
     κλητική Γενημάκια
Η κατάληξη -ια προφέρεται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Γενημάκια < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ʝe.niˈma.ca/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Γενημάκια

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Γενημάκια ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]