Γιάπαππα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Γιάπαππα < γενική ενικού του αρσενικού Γιάπαππας
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Γιάπαππα θηλυκό (αρσενικό Γιάπαππας)
Γιάπαππα θηλυκό (αρσενικό Γιάπαππας)