Γιανκόγλου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Γιανκόγλου | οι | Γιανκόγλοι & Γιανκογλαίοι |
οι | Γιανκόγλου |
| γενική | του/της | Γιανκόγλου | των | Γιανκόγλων & Γιανκογλαίων |
των | Γιανκόγλου |
| αιτιατική | τον/τη | Γιανκόγλου | τους | Γιανκόγλους & Γιανκογλαίους |
τους/τις | Γιανκόγλου |
| κλητική | Γιανκόγλου | Γιανκόγλοι & Γιανκογλαίοι |
Γιανκόγλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Σαρόγλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Γιανκόγλου < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Γιανκόγλου αρσενικό ή θηλυκό