Γιαννήρη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Γιαννήρη < γενική ενικού του αρσενικού Γιαννήρης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Γιαννήρη θηλυκό (αρσενικό Γιαννήρης)
Γιαννήρη θηλυκό (αρσενικό Γιαννήρης)