Γιορδαμλή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Γιορδαμλή < γενική ενικού του αρσενικού Γιορδαμλής
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Γιορδαμλή θηλυκό (αρσενικό Γιορδαμλής)
Γιορδαμλή θηλυκό (αρσενικό Γιορδαμλής)