Γκαλδήμογλου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Γκαλδήμογλου | οι | Γκαλδήμογλοι & Γκαλδημογλαίοι |
οι | Γκαλδήμογλου |
| γενική | του/της | Γκαλδήμογλου | των | Γκαλδήμογλων & Γκαλδημογλαίων |
των | Γκαλδήμογλου |
| αιτιατική | τον/την | Γκαλδήμογλου | τους | Γκαλδήμογλους & Γκαλδημογλαίους |
τους/τις | Γκαλδήμογλου |
| κλητική | Γκαλδήμογλου | Γκαλδήμογλοι & Γκαλδημογλαίοι |
Γκαλδήμογλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Καμπούρογλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Γκαλδήμογλου < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Γκαλδήμογλου αρσενικό ή θηλυκό