Γκαμάγκα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Γκαμάγκα < γενική ενικού του αρσενικού Γκαμάγκας
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Γκαμάγκα θηλυκό (αρσενικό Γκαμάγκας)
Γκαμάγκα θηλυκό (αρσενικό Γκαμάγκας)