Γκαϊφύλλιας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | Γκαϊφύλλιας | οι | Γκαϊφύλλιες & Γκαϊφυλλιέηδες |
| γενική | του | Γκαϊφύλλια | των | — Γκαϊφυλλιέηδων |
| αιτιατική | τον | Γκαϊφύλλια | τους | Γκαϊφύλλιες & Γκαϊφυλλιέηδες |
| κλητική | Γκαϊφύλλια | Γκαϊφύλλιες & Γκαϊφυλλιέηδες | ||
| Προφέρεται ως παροξύτονο με συνίζηση στην κατάληξη. Επίσης, πληθυντικός με κατάληξη -ι-αίοι. | ||||
| Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Πετρούνιας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Γκαϊφύλλιας < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Γκαϊφύλλιας αρσενικό (θηλυκό Γκαϊφύλλια)