Γουιγούη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Γουιγούη < γενική ενικού του αρσενικού Γουιγούης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Γουιγούη θηλυκό (αρσενικό Γουιγούης)
Γουιγούη θηλυκό (αρσενικό Γουιγούης)