Μετάβαση στο περιεχόμενο

Γουλάς

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Γούλας

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ο Γουλάς
      γενική του Γουλά
    αιτιατική τον Γουλά
     κλητική Γουλά
Κατηγορία όπως «ψαράς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Γουλάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική kule  δείτε τη λέξη κούλες  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Γουλάς αρσενικό, μόνο στον ενικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]