Μετάβαση στο περιεχόμενο

Γράμος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ο Γράμος
      γενική του Γράμου
    αιτιατική τον Γράμο
     κλητική Γράμε
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Γράμος < αλβανική Gramoz < gram[1] (αγριάδα ή άγρωστη) < δημώδης λατινική *grāma < λατινική gramina < gramen (γρασίδι, χόρτο, βότανο)[2]

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Γράμος αρσενικό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
  2. Η συχνά απαντώμενη γραφή με διπλό «μ» (Γράμμος) είναι λανθασμένη και οφείλεται σε παρετυμολόγηση από τις λέξεις «γράφω» ή «γράμμα», με τις οποίες το ορεωνύμιο δεν έχει καμία απολύτως σχέση.