Γραμματόγλου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | 2ος πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|---|
| κοινού γένους | αρσενικό | κοινού γένους | ||||
| ονομαστική | ο/η | Γραμματόγλου | οι | Γραμματόγλοι & Γραμματογλαίοι |
οι | Γραμματόγλου |
| γενική | του/της | Γραμματόγλου | των | Γραμματόγλων & Γραμματογλαίων |
των | Γραμματόγλου |
| αιτιατική | τον/τη | Γραμματόγλου | τους | Γραμματόγλους & Γραμματογλαίους |
τους/τις | Γραμματόγλου |
| κλητική | Γραμματόγλου | Γραμματόγλοι & Γραμματογλαίοι |
Γραμματόγλου | |||
| Παραμένει άκλιτο. Το αρσενικό έχει επιπλέον κλιτές μορφές στον πληθυντικό. | ||||||
| Ονοματεπώνυμα -Κατηγορία όπως «Σαρόγλου» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Γραμματόγλου < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Γραμματόγλου αρσενικό ή θηλυκό