Μετάβαση στο περιεχόμενο

Γροινλανδία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Γροινλανδία οι Γροινλανδίες
      γενική της Γροινλανδίας των (Γροινλανδιών)
    αιτιατική τη Γροινλανδία τις Γροινλανδίες
     κλητική Γροινλανδία Γροινλανδίες
Συνήθως στον ενικό.
Κατηγορία όπως «νότα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Γροινλανδία ουδέτερο

  • άλλη μορφή του Γροιλανδία
      Εγνώθη προ χρόνων ότι η Γροινλανδία είναι μέρος της Αμερικής.
    Γαζή, Άνθιμου (1807) Μελετίου Γεωγραφία παλαιά και νέα, σελίδα 109, μεταγραφή σε μονοτονικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]