Μετάβαση στο περιεχόμενο

Γρόσιας

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Γρόσιας οι Γρόσιες
& Γροσιέηδες
      γενική του Γρόσια των
Γροσιέηδων
    αιτιατική τον Γρόσια τους Γρόσιες
& Γροσιέηδες
     κλητική Γρόσια Γρόσιες
& Γροσιέηδες
Προφέρεται ως παροξύτονο με συνίζηση στην κατάληξη.
Επίσης, πληθυντικός με κατάληξη -ι-αίοι.
Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Πετρούνιας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Γρόσιας < λείπει η ετυμολογία

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Γρόσιας αρσενικό (θηλυκό Γρόσια)

Μεταγραφές

[επεξεργασία]