Δίκωμο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Δίκωμο < δύο κώμες, δύο χωριά

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Δίκωμο ουδέτερο