Μετάβαση στο περιεχόμενο

Δαριμάρι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το Δαριμάρι τα Δαριμάρια
      γενική του Δαριμαρίου των Δαριμαρίων
    αιτιατική το Δαριμάρι τα Δαριμάρια
     κλητική Δαριμάρι Δαριμάρια
Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση.
Συνήθως στον ενικό
Κατηγορία όπως «μίλι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Δαριμάρι < αρβανίτικη Daramar[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ða.ɾiˈma.ɾi/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Δαριμάρι

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Δαριμάρι ουδέτερο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Bellusci, Antonio (1994). Ricerche e studi tra gli arberori dell'ellade. Centro ricerche socio-culturali G. Castriota. σελ. 34.
  2. ΦΕΚ 54 Α, 5 Μαρτίου 1955