Δεβόρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική η Δεβόρα
      γενική της Δεβόρας
    αιτιατική τη Δεβόρα
     κλητική Δεβόρα
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Δεβόρα < αγγλική Deborah / Debora < εβραϊκή דבורה (dvorá: μέλισσα)

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Δεβόρα θηλυκό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]