Μετάβαση στο περιεχόμενο

Δεινόστρατος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Δεινόστρατος < αρχαία ελληνική Δεινόστρατος

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Δεινόστρατος αρσενικό


Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Δεινόστρατος < δεινός +‎ στρατός

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Δεινόστρατος αρσενικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]