Δεκαβάλη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Δεκαβάλη < γενική ενικού του αρσενικού Δεκαβάλης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Δεκαβάλη θηλυκό (αρσενικό Δεκαβάλης)
Δεκαβάλη θηλυκό (αρσενικό Δεκαβάλης)