Δελφοί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οι Δελφοί
      γενική των Δελφών
    αιτιατική τους Δελφούς
     κλητική Δελφοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Δελφοί αρσενικό, μόνο στον πληθυντικό

  1. (πόλη, ιστορία) σημαντικός αρχαιολογικός τόπος, θέση οικισμού και μαντείου της αρχαίας Ελλάδας
  2. οικισμός της Ελλάδας στο νομό Φωκίδας

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]