Δεσίμπρη
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Δεσίμπρη < γενική ενικού του αρσενικού Δεσίμπρης
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Δεσίμπρη θηλυκό (αρσενικό Δεσίμπρης)
Δεσίμπρη θηλυκό (αρσενικό Δεσίμπρης)