Δευτερέου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Δευτερέου < γενική ενικού του αρσενικού Δευτερέος
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Δευτερέου θηλυκό (αρσενικό Δευτερέος)
Δευτερέου θηλυκό (αρσενικό Δευτερέος)