Μετάβαση στο περιεχόμενο

Δευτερονόμιο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το Δευτερονόμιο τα Δευτερονόμια
      γενική του Δευτερονομίου
& Δευτερονόμιου
των Δευτερονομίων
    αιτιατική το Δευτερονόμιο τα Δευτερονόμια
     κλητική Δευτερονόμιο Δευτερονόμια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Δευτερονόμιο < ελληνιστική κοινή Δευτερονόμιον < αρχαία ελληνική δεύτερος + νόμος (μεταφραστικό δάνειο από την εβραϊκή התורה משנה הזאת: mishneh ha-torah ha-zot.[1])

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Δευτερονόμιο ουδέτερο, μόνο στον ενικό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Σημειώσεις

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Η ονομασία Δευτερονόμιον οφείλεται σε παρερμηνεία των Εβδομήκοντα, οι οποίοι απέδωσαν τη φράση mishneh ha-torah ha-zot («αντίγραφο αυτού του νόμου») ως «δεύτερος / επαναληπτικός νόμος».