Διαβαστή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Διαβαστή < γενική ενικού του αρσενικού Διαβαστής
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Διαβαστή θηλυκό (αρσενικό Διαβαστής)
Διαβαστή θηλυκό (αρσενικό Διαβαστής)