Διαφωτισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : διαφωτισμός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Διαφωτισμός Διαφωτισμοί
γενική Διαφωτισμού Διαφωτισμών
αιτιατική Διαφωτισμό Διαφωτισμούς
κλητική Διαφωτισμέ Διαφωτισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Διαφωτισμός < διαφωτίζω + -μός (μεταφραστικό δάνειο από την γερμανική Aufklärung)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Διαφωτισμός αρσενικό

  • (ιστορία) πνευματικό, κοινωνικό, πολιτικό και φιλοσοφικό κίνημα στα τέλη του 17ου αιώνα και στις αρχές του 18ου, που πρέσβευε τον ορθολογισμό, την πίστη στην πρόοδο, την ελευθερία, την ανεξιθρησκία κ.ά.

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]