Μετάβαση στο περιεχόμενο

Δράκων

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: δράκων

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
Ο αστερισμός του Δράκοντος.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Δράκων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική Δράκων

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈðɾa.kon/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Δράκων

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Δράκων αρσενικό

  1. ανδρικό όνομα
  2. όνομα αστερισμού του βόρειου ημισφαιρίου
    συντομογραφία: Dra

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
Δρᾰκ-
ονομαστική Δράκων οἱ Δράκοντες
      γενική τοῦ Δράκοντος τῶν Δρακόντων
      δοτική τῷ Δράκοντ τοῖς Δράκουσῐ(ν)
    αιτιατική τὸν Δράκοντ τοὺς Δράκοντᾰς
     κλητική ! Δράκον Δράκοντες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Δράκοντε
γεν-δοτ τοῖν  Δρακόντοιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
3η κλίση, Κατηγορία 'γέρων' όπως «γέρων» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Δράκων  δείτε δράκων

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /dɾá.kɔːn/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: Δράκων

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Δράκων, -οντος αρσενικό

  1. ανδρικό όνομα
    1. ο Δράκων, πρώτος νομοθέτης της αρχαίας Αθήνας, γνωστός για τη σκληρότητα των νόμων του
        4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης
      Δράκοντος δὲ νόμοι μὲν εἰσί, πολιτείᾳ δ' ὑπαρχούσῃ τοὺς νόμους ἔθηκεν: ἴδιον δ' ἐν τοῖς νόμοις οὐδὲν ἔστιν ὅ τι καὶ μνείας ἄξιον, πλὴν ἡ χαλεπότης διὰ τὸ τῆς ζημίας μέγεθος
    2. ο Δράκων ο Στρατονικεύς, γραμματικός του 2ου αιώνα π.Χ.

Συγγενικά

[επεξεργασία]