Δρυάδες

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Dryad11.jpg

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Δρυάδες < αρχαία ελληνική δρῦς και κατάληξη -άδες κατά το Υάδες

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Δρυάδες θηλυκό, ενικ. δρυάς

νύμφες της αρχαία ελληνική ς μυθολογίας που ζούσαν σε δρυμούς δρυών