Μετάβαση στο περιεχόμενο

Δωρίς

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /dɔː.ɾís/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: Δωρίς

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
Δωρίς < Δῶρ(ος) + -ίς

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Δωρίς, -δος θηλυκό, μόνο στον ενικό

  1. (ελληνική μυθολογία) η Δωρίς· κόρη του Ωκεανού και της Τηθύος, σύζυγος του Νηρέως και μητέρα των Νηρηίδων
      7ος πκε αιώνας Ἡσίοδος, Θεογονία, 241 (240-242)
    Νηρῆος δ᾽ ἐγένοντο μεγήριτα τέκνα θεάων | πόντῳ ἐν ἀτρυγέτῳ καὶ Δωρίδος ἠυκόμοιο, | κούρης Ὠκεανοῖο τελήεντος ποταμοῖο
    Κι απ᾽ το Νηρέα και την καλλίκομη Δωρίδα, | την κόρη του Ωκεανού, του τέλειου ποταμού, | γεννήθηκαν κορίτσια θεϊκά αναρίθμητα στον πόντο μέσα τον ατρύγητο
    Μετάφραση (2001): Σταύρος Γκιργκένης, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος @greeklanguage.gr
      7ος πκε αιώνας Ἡσίοδος, Θεογονία, 350
    Δωρίς τε Πρυμνώ τε καὶ Οὐρανίη θεοειδὴς
    η Δωρίδα, η Πρυμνώ, η Ουρανία η θεόμορφη
    Μετάφραση (2001): Σταύρος Γκιργκένης, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος @greeklanguage.gr
  2. (ελληνική μυθολογία) η Δωρίς· μία από τις Νηρηίδες
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 18 (Σ. Ὁπλοποιία.), στίχ. 45
    Δωρὶς καὶ Πανόπη καὶ ἀγακλειτὴ Γαλάτεια
    Δωρίς και Πανόπη και Γαλάτεια πολυένδοξη
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greeklanguage.gr
      7ος πκε αιώνας Ἡσίοδος, Θεογονία, 250
    Δωρὶς καὶ Πανόπη καὶ εὐειδὴς Γαλάτεια
    η Δωρίς, η Πανόπη, η εύμορφη Γαλάτεια
    Μετάφραση (2001): Σταύρος Γκιργκένης, Θεσσαλονίκη: Ζήτρος @greeklanguage.gr
  3. ονομασία περιοχών σε Ελλάδα και Μικρά Ασία, η Δωρίδα
    χρειάζεται παράθεμα
  4. (πατριδωνυμικό) γυναίκα από τη Δωρίδα
    χρειάζεται παράθεμα

Δωρίς, τῆς Δωρίδος

 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Δωρίς
      γενική τῆς Δωρίδος
      δοτική τῇ Δωρίδ
    αιτιατική τὴν Δωρίδ
     κλητική ! Δωρίς*
Με βραχύ γιώτα στο θέμα -ίς -ίδος.
* Κατά τη Γραμματική του Smyth, η κλητική ενικού χωρίς το
3η κλίση, Κατηγορία 'πατρίς' όπως «πατρίς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
Δωρίς < επιθετικοποιημένο από το κύριο όνομα.

Επίθετο

[επεξεργασία]

Δωρίς, -δος θηλυκό

  1. για τόπους
      5ος πκε αιώνας Θουκυδίδης, Ἱστορίαι, 3, 86.2
    ξύμμαχοι δὲ τοῖς μὲν Συρακοσίοις ἦσαν πλὴν Καμαριναίων αἱ ἄλλαι Δωρίδες πόλεις
    Οι Συρακούσιοι είχαν συμμάχους όλες τις άλλες δωρικές πολιτείες (εκτός από την Καμάρινα)
    Μετάφραση (1965-1968): Άγγελος Σ. Βλάχος, Αθήνα:Γαλαξίας @greeklanguage.gr
      5ος πκε αιώνας Σοφοκλῆς, Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ, στίχ. 696 (696-677)
    [δωρική διάλεκτος] οὐδ᾽ ἐν τᾷ μεγάλᾳ Δωρίδι νάσῳ | Πέλοπος
    ή στο μεγάλο δωρικό νησί | του Πέλοπα
    Μετάφραση (2004): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, Αθήνα: ΜΙΕΤ @greeklanguage.gr
  2. για πράγματα
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 5 (Τερψιχόρη), 87.3
    ἐφόρεον γὰρ δὴ πρὸ τοῦ αἱ τῶν Ἀθηναίων γυναῖκες ἐσθῆτα Δωρίδα
    γιατί πρωτύτερα οι γυναίκες των Αθηναίων φορούσαν δωρικά ρούχα
    Μετάφραση (1992): Ηλίας Σπυρόπουλος. Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

(αττική κλίση) ἡ Δωρίς, τῆς Δωρίδος

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Δωρίς αἱ Δωρίδες
      γενική τῆς Δωρίδος τῶν Δωρίδων
      δοτική τῇ Δωρίδ ταῖς Δωρίσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν Δωρίδ τὰς Δωρίδᾰς
     κλητική ! Δωρίς* Δωρίδες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  Δωρίδε
γεν-δοτ τοῖν  Δωρίδοιν
Με βραχύ γιώτα στο θέμα -ίς -ίδος.
* Κατά τη Γραμματική του Smyth, η κλητική ενικού χωρίς το
3η κλίση, Κατηγορία 'πατρίς' όπως «πατρίς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

(κλίση με δωρικά άρθρα) ἁ Δωρίς, τᾶς Δωρίδος

κλίση με δωρικά άρθρα
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική Δωρίς ταὶ Δωρίδες
      γενική τᾶς Δωρίδος τᾶν Δωρίδων
      δοτική τᾷ Δωρίδ ταῖς Δωρίσῐ(ν)
    αιτιατική τὰν Δωρίδ τὰς Δωρίδᾰς
     κλητική ! Δωρίς* Δωρίδες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὰ  Δωρίδε
γεν-δοτ ταῖν  Δωρίδοιν
Με βραχύ γιώτα στο θέμα -ίς -ίδος.
* Κατά τη Γραμματική του Smyth, η κλητική ενικού χωρίς το
3η κλίση, Κατηγορία 'πατρίς' όπως «πατρίς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Απόγονοι

[επεξεργασία]

Δωρίς (αρχαία ελληνικά)

νέα ελληνικά: Δωρίδα (από την αιτιατική)