Μετάβαση στο περιεχόμενο

Δωτώ

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική Δωτώ
      γενική τῆς Δωτοῦς
      δοτική τῇ Δωτοῖ
    αιτιατική τὴν Δωτώ
     κλητική ! Δωτοῖ
3η κλίση, ομάδα 'ἠχώ', Κατηγορία 'ἠχώ' όπως «ἠχώ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Δωτώ < δίδωμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dédeh₃- < *deh₃-

Κύριο όνομα

[επεξεργασία]

Δωτώ, -οῦς θηλυκό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]